ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ
Η ενασχόλησή μας με το ζήτημα των ζώων τα τελευταία χρόνια, μας έφερε μπροστά σε προβληματικές, οι οποίες ενώ στην αρχή ήταν δυσδιάκριτες, η συνέχεια τις ανέδειξε σε βασικές αρχές στο δρόμο μας για τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεών μας μ’ αυτά. Βιώνοντας τις αντιφάσεις που βιώνει λίγο-πολύ ο οποιοσδήποτε ασχολείται με το ευρύτερο οικολογικό-φιλοζωικό ζήτημα, ήρθαμε αντιμέτωποι με θέματα, τα οποία κάθε άλλο παρά απλά και μονοδιάστατα είναι. Ζητήματα όπως η χρηστική αξία των ζώων, βιομηχανική κτηνοτροφία και κτηνοτροφία εν γένει, εξημέρωση ζώων, διαφορές ζώων φυτών, ζώο ως παραγωγική μηχανή κ.α. είναι μόνο μερικά από τα χαρακτηριστικά στάδια αυτού του διαλόγου, ο οποίος προέκυψε από την ανάγκη να μιλήσουμε για τις δικές μας αντιφάσεις. Τη στιγμή αυτή είναι αδύνατο να κάνουμε λόγο για την κατάληξη αυτής της προσπάθειας, μιας και ο εν λόγω διάλογος είναι ακόμη σε εξέλιξη. Στην κατεύθυνση, λοιπόν, αυτή αποφασίσαμε να εκδόσουμε τη μπροσούρα που κρατάτε στα χέρια σας. Όντας δυσαρεστημένοι από τον ηθικοπλαστικό χαρακτήρα που έχει λάβει το φιλοζωικό κίνημα σήμερα και από τη μερικότητα που διακρίνει τις περισσότερες προσπάθειες προσέγγισης του ζητήματος διεθνώς, κρίναμε αναγκαία τη συγκεκριμένη έκδοση. Πρόκειται για πέντε κείμενα που διαμορφώνουν ένα, σχετικά, ολοκληρωμένο διάλογο πάνω στο ζήτημα των ζώων και τα οποία προσεγγίζουν το τελευταίο από κοινωνικο-πολιτική σκοπιά. Ο παραπάνω διάλογος στήθηκε με αφορμή το αρχικό κείμενο “Beasts of Burden” (όρος που εμφανίζεται στη Βίβλο και περιφραστικά αναφέρεται στα ζώα που μεταφέρουν φορτία.) από την εκδοτική ομάδα Antagonism Press στη Μεγάλη Βρετανία. Πάνω στο κείμενο αυτό έγινε μια πρώτη παρέμβαση από το περιοδικό “Undercurrent” (το οποίο τότε έδρευε στο Brighton, ενώ σήμερα έχει μετακομίσει στην Αθήνα) στην οποία δόθηκε απάντηση από τους συντάκτες του αρχικού κειμένου. Παράλληλα, μια ομάδα γάλλων αναγνωστών (μέσα στους οποίους βρίσκεται και ο Gilles Dauvé) συνέταξε τη δική της άποψη για το κείμενο “Beasts Of Burden” και ακολούθησε, επίσης, απάντηση από την Antagonism Press. Με το πέρασμα των χρόνων και μεταφράζοντας τα ήδη υπάρχοντα κείμενα, αντιληφθήκαμε την ύπαρξη και άλλων κειμένων-παρεμβάσεων πάνω στο “Beasts Of Burden”, όμως κρίναμε ότι τα πέντε αρχικά κείμενα είναι αφενός αντιπροσωπευτικά της συζήτησης που έχει στηθεί διεθνώς για το ζήτημα των ζώων και αφετέρου αρκετά για να προβληματίσουν τον αναγνώστη και να τον φέρουν σε επαφή με τη σύγχρονη σκέψη πάνω στις σχέσεις μας με τα άλλα είδη. Ο εύστοχος προβληματισμός που διακρίνει το αρχικό κείμενο, παρά τον έντονο αγγλο-κεντρικό του χαρακτήρα, καθώς επίσης και η προσπάθεια τοποθέτησης του ζητήματος των ζώων σε ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο μας έκανε όχι μόνο να αναγνωρίσουμε την αξία του, αλλά να αναζητήσουμε και τη συνέχεια, η οποία δόθηκε από ανθρώπους της ίδιας θεωρητικής κατεύθυνσης. Θεωρούμε, πλέον, το διάλογο αυτό ως το πιο ουσιαστικό, ίσως, εγχειρίδιο για οποιονδήποτε επιθυμεί να ασχοληθεί με το ζήτημα των ζώων και με μεγάλη μας χαρά το παρουσιάζουμε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Η κατάσταση του φιλοζωικού κινήματος στην Ελλάδα βρίσκεται, μάλλον, σε νηπιακό στάδιο εν συγκρίσει με το διεθνές. Η διαπίστωση αυτή, λοιπόν, προσδίδει μια επιπλέον αξία στην παρούσα έκδοση, μιας και αυτή βοηθάει κατά την άποψή μας, στην έναρξη του συγκεκριμένου διαλόγου από ένα πιο προχωρημένο στάδιο και την αποφυγή φαινομένων που εμποδίζουν να προσεγγίσουμε το ζήτημα ολιστικά. Επίσης, για μας πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι συγγραφείς του αρχικού κειμένου δεν προτείνουν μια λύση για το ζήτημα των ζώων, ούτε διατίθενται να γράψουν το Μανιφέστο των Δικαιωμάτων τους. Απλά, πρόκειται για μια απόπειρα επαναπροσδιορισμού των σχέσεων του ανθρώπινου ζώου με τα υπόλοιπα και ως τέτοια πρέπει να ειδωθεί... ...μέχρι τη συνολική απελευθέρωση ζώων και ανθρώπων.
ΒΕΑSTS OF BURDEN
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αυτό είναι ένα κείμενο το οποίο ελπίζουμε να κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια, ελπίζουμε ότι θα διαβαστεί από κόσμο που ενδιαφέρεται για το ζήτημα της απελευθέρωσης των ζώων και θέλει να γνωρίζει, γιατί υπάρχει η εκμετάλλευση των ζώων καθώς επίσης και το πώς. Από την άλλη ότι θα διαβαστεί από κόσμο που προσδιορίζει τον εαυτό του ως αναρχικό ή κομμουνιστή, ο οποίος είτε απορρίπτοντας το ζήτημα της απελευθέρωσης των ζώων στο σύνολό του είτε βλέποντάς το προσωπικά με συμπάθεια, δεν μπορεί να δει πώς αυτό συσχετίζεται με την ευρύτερη πολιτική στάση. Και ενώ υπάρχουν σοβαρές ομάδες και άτομα και στα δυο στρατόπεδα, το μεγαλύτερο μέρος των συζητήσεων μεταξύ τους κινείται σε ειρωνικό επίπεδο. Οι «Διάλογοι», όσο καιρό έχουν υπάρξει, αποτελούνται κυρίως από βρισιές και σπάνια από σχόλια τύπου «και ο Χίτλερ δεν ήταν χορτοφάγος;» (βασικά όχι – έκανε μετάγγιση από αίμα ταύρου στους όρχεις του και αυτό άραγε μπορεί να σημαίνει για σας ότι δεν είναι κομμουνιστής ή μπογιατζής ή Αυστριακός;) Ελπίζουμε να συμβάλλουμε στην έναρξη ενός αληθινού διαλόγου πάνω στη σχέση ανάμεσα στο «ζήτημα των ζώων» και το «κοινωνικό ζήτημα». Αυτό το κείμενο δεν ευαγγελίζεται ότι δίνει όλες τις απαντήσεις ή ότι είναι το «κομμουνιστικό μανιφέστο» για τα ζώα, αλλά θεωρούμε ότι θίγει τις πτυχές-κλειδιά. Εξαρτάται από σας... 1. Καπιταλισμός και ταξική κοινωνία Όλη η ζωή πάνω στον πλανήτη γη άρχισε κάποια στιγμή να εμπλέκεται σε μια παγκόσμια οικονομία βασισμένη πάνω στο χρήμα, το κέρδος και τη συναλλαγή – δηλαδή καπιταλισμός. Ουσιαστικά, κάθε τι που έχει μια τιμή – το φαγητό, το ποτό, το υπέδαφος, η κατοικία, τα φυτά, τα ζώα, η ανθρώπινη εργασία. Οι ανάγκες και οι επιθυμίες δεν αξίζουν πλέον τίποτα – αυτοί που δεν μπορούν να πληρώσουν την τιμή πρέπει να κάνουν χωρίς αυτές, ακόμη και αν η συνέπεια είναι ο θάνατος. Για την πλειοψηφία των ανθρώπων η συνέπεια είναι να έχει κυριαρχήσει η εργασία στη ζωή τους, μια ζωή βιωμένη η μισή σε σχολεία, εργοστάσια, γραφεία και φυλακές. Για πολλούς αυτό συνδυάζεται με τα αποτελέσματα της φτώχειας, του πολέμου και διάφορων μορφών καταπίεσης. Αλλά οι άνθρωποι δεν είναι τα μόνα πλάσματα που έχουν πιαστεί σ’ αυτό το δίχτυ. Τα ζώα κάθε είδους είναι και αυτά αντικείμενα της βιομηχανικής εφαρμογής του πόνου και του θανάτου είτε βρίσκονται στη φύση, είτε στις βιομηχανικές φάρμες, είτε στα εργαστήρια. Είναι φανερό ότι οι εμπειρίες των ανθρώπων και των ζώων συνδέονται, έχοντας μια κοινή καταγωγή από το ίδιο σύστημα παραγωγής και συναλλαγής. Αλλά θέλουμε να πάμε παραπέρα και να υποστηρίξουμε ότι η εμφάνιση και η διατήρηση του καπιταλισμού ως σύστημα που εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους στηρίζεται με κάποιους τρόπους και στην εκμετάλλευση των ζώων. Επιπλέον, το κίνημα για την κατάργηση του καπιταλισμού μέσω της αλλαγής των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους – ο κομμουνισμός (1) δηλαδή – περιέχει επίσης ένα θεμελιώδη μετασχηματισμό των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. 1.1 Ζώα και πρωτόγονος κομμουνισμός Όταν μιλάμε για τη σχέση μεταξύ ζώων και ανθρώπων, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι και αυτοί ζώα. Αν ανατρέξουμε πίσω στην καταγωγή μας ως άνθρωποι, βλέπουμε πως η γενεαλογία μας συνδέεται μ’ αυτήν άλλων ανώτερων θηλαστικών. Οι Hominids εμφανίζονται πριν από περίπου 25 εκατομμύρια χρόνια, από τους οποίους εξελίχθηκαν διάφορα είδη ανθρωποειδών πιθήκων, συμπεριλαμβανομένου και του Homo Sapiens πριν από περίπου 250.000 χρόνια. Οδοντικά καθώς και άλλα στοιχεία αποδεικνύουν ότι, όπως και τα περισσότερα μοντέρνα είδη ανθρωποειδών πιθήκων, έτσι και οι Hominids ήταν αρχικά χορτοφάγοι. Οι άνθρωποι δεν έχουν τα κοφτερά δόντια, τα συσταλτά νύχια ή το πεπτικό σύστημα των σαρκοφάγων ζώων. Αν και οι πρώτοι άνθρωποι όπως και οι Hominids θα έπρεπε να είχαν σκοτώσει άλλα ζώα για το κρέας τους, η διατροφή τους μάλλον βασιζόταν αποκλειστικά σε φυτικές τροφές. Το κυνήγι των μεγαλύτερων ζώων για τροφή, γεγονός που δείχνει την αυξημένη σημασία του κρέατος στη διατροφή, πρέπει να απέκτησε μεγαλύτερη σπουδαιότητα, όταν οι άνθρωποι συνάντησαν απροσδόκητα κρύες συνθήκες, κάτω από τις οποίες ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να φυτρώσουν φυτά, ειδικά στην τελευταία εποχή των πάγων. Η κλιμάκωση της κυνηγετικής δραστηριότητας επέφερε και τον αυστηρό, βάσει φύλου, διαχωρισμό της εργασίας μιας και η απαιτούμενη ευκινησία απέκλειε τις γυναίκες που είτε ήταν έγκυες είτε θήλαζαν μικρά παιδιά. Το κυνήγι, επίσης, εμφάνισε τα πρώτα σημάδια του μετασχηματισμού της ελεύθερης ανθρώπινης δραστηριότητας σε κάτι που έμοιαζε με την εργασία. Και αυτό, γιατί απαιτεί περισσότερη προσπάθεια: Κατά μέσο όρο 240 θερμίδες φυτικής τροφής μπορούν να συλλεχθούν σε μια ώρα, ενώ, έχει υπολογιστεί ότι κυνηγώντας μια ώρα παράγονται μόνο 100 θερμίδες τροφής (παίρνοντας υπόψη μας το υψηλό ποσοστό αποτυχίας κατά τη διάρκεια του κυνηγιού) (Ehrenberg). Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η τροφοσυλλογή μπορούσε να πραγματοποιηθεί από όλη την κοινότητα και να συνοδευτεί πλήρως και από άλλες κοινωνικές δραστηριότητες όπως το τραγούδι, η συζήτηση και η φροντίδα των παιδιών. Το κυνήγι, απ’ την άλλη εξαρτιόταν από την μυστικότητα και την ησυχία και έτεινε να γίνει ο τομέας στον οποίο ειδικεύονταν οι άντρες της απαραίτητης για το σκοπό αυτό σωματικής διάπλασης. Ακόμη και όταν το κυνήγι είχε καθιερωθεί, είναι βέβαιο ότι οι πρωτόγονοι άνθρωποι δεν έτρωγαν κρέας καθημερινά. Η δημοφιλής εικόνα των διψασμένων για αίμα πρωτόγονων που σφάζουν τα πάντα στο δρόμο τους μέσα από το ζωικό βασίλειο είναι σκέτη ανοησία. Η ιδέα του “ανθρώπου-κυνηγού” του οποίου “βασική τροφή είναι το κρέας και βασική ασχολία το κυνήγι” έχει σχολιασθεί ως “εν πολλοίς μια προβολή των συμφερόντων και των προκαταλήψεων των ανδρών ανθρωπολόγων της Δύσης του 19ου αιώνα και ως προβολή του κυνηγιού ως ασχολία ελεύθερου χρόνου της άρχουσας τάξης κατά το 19ου αιώνα στην Ευρώπη” (Ehrenberg). Οι αποκαλούμενες κοινωνίες «κυνηγών-τροφοσυλλεκτών» ίσως θα έπρεπε να ονομάζονται κοινωνίες συλλογής τροφής μιας και η συλλογή φυτών, καρπών και σπόρων ήταν σε πολλές περιπτώσεις πιο βασική από το κυνήγι και αντιστοιχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της κανονικής διατροφής τους. Στις περισσότερες μοντέρνες συλλεκτικές κοινωνίες η φυτική τροφή συλλεγόταν αρχικά από γυναίκες και αντιστοιχούσε στο 60-70% της συνολικής διατροφής (Ehrenberg). Διαφορετικές κοινωνίες ανά τον κόσμο θα έπρεπε να έκαναν διαφορετικές σκέψεις για τα ζώα και τα μεταχειρίζονταν με διαφορετικούς τρόπους, αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για τα πιστεύω τους και τις πρακτικές τους από τα πολιτιστικά – καλλιτεχνικά σημάδια που άφησαν πίσω τους. (π.χ. σπηλαιογραφίες) και από παρόμοιες κοινωνίες που έχουν υπάρξει μέχρι πρόσφατα. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας οι άνθρωποι «ζούσαν σε σχετικά αυτόνομες και διάσπαρτες ομάδες, σε οικογένειες (με την ευρύτερη έννοια: η οικογένεια η οποία περιλαμβάνει όλους αυτούς που έχουν δεσμό αίματος), σε γένη». Ο τρόπος ζωής τους ήταν απαραίτητα κομμουνιστικός. Δεν υπήρχε διαδικασία αγοράς και πώλησης, δεν υπήρχε μισθωτή εργασία, κράτος, ιδιωτική περιουσία: «Τα αγαθά δεν παράγονταν για να καταναλωθούν ύστερα από συναλλαγή, ύστερα από τροφοδοσία μιας αγοράς... Η κοινότητα διένειμε ό,τι παρήγαγε σύμφωνα με απλούς κανόνες και ο καθένας έπαιρνε άμεσα ό,τι της προσέφερε... Οι δραστηριότητες αποφασίζονταν (στην πραγματικότητα επιβάλλονταν από την αναγκαιότητα) και πραγματοποιούνταν από κοινού» (Dauve & Martin). Σ’ αυτές τις κοινωνίες η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους και τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο ήταν εντελώς διαφορετική απ’ αυτήν των μοντέρνων κοινωνιών. Το πιο αξιοσημείωτο γεγονός που σχετίζεται με τα ζώα σ’ αυτές τις αποκαλούμενες «πρωτόγονες κοινωνίες» είναι ότι αυτά δεν ανήκαν σε κανένα. Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία γης, δέντρων ή ζώων, ούτε και εξημέρωση. Μπορεί ορισμένα ζώα να κυνηγούνταν, αλλά όλα τα ζώα έτρεχαν άγρια και ελεύθερα. Οι άνθρωποι έπαιρναν μόνο ό,τι χρειάζονταν απ’ τη φύση και όπου εμφανιζόταν το κυνήγι, ήταν σε περιορισμένη βάση. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρχαν σημάδια μαζικής και χωρίς διάκριση θανάτωσης ζώων, μιας και η κοινότητα δε διέθετε μέσα χρήσης ή αποθήκευσης του πλεονάσματος και αγορά στην οποία θα το πουλούσε. Η πρωτόγονη κοινωνία τυπικά ζούσε σε αρμονική σχέση με το περιβάλλον της: ήταν το σπίτι της, ο προμηθευτής της και σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφερόταν να το καταστρέψει, εξοντώνοντας, παραδείγματος χάριν, είδη ζώων. Τα ζώα δε θεωρούνταν εμπορεύματα, αλλά αντιμετωπίζονταν με δέος, περιέργεια, σεβασμό και φόβο. Αντί να ειδωθούν ως κατώτερα είδη, θεωρούνταν ξεχωριστά όντα τα οποία μοιράζονταν τον κόσμο με τους ανθρώπους. Συχνά, σε διάφορες κοινωνίες υιοθετούσαν ένα συγκεκριμένο ζώο ως το «τοτέμ» τους, τα ζώα ίσως να θεωρούνταν πρόγονοι ή απόγονοι του γένους τους και ίσως ακόμη και να λατρεύονταν. 1.2 Εξημέρωση και κυριαρχία Οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα και ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους μετασχηματίστηκαν σε μεγάλο βαθμό με την ανάπτυξη της γεωργίας. Η γεωργία όρισε μια νέα σχέση με το φυσικό κόσμο: «Η γη έγινε ένα μέσο παραγωγής και τα είδη του πλανήτη τα αντικείμενά της.» (Zerzan). Η εξημέρωση σημαδεύτηκε από την καλλιέργεια των φυτών και τον περιορισμό των ζώων σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο και αποτέλεσε σταθμό στη βαθμιαία αντικατάσταση του νομαδικού τρόπου ζωής από τα στατικά συστήματα του κράτους, των τάξεων, των πόλεων, της εργασίας και της ιδιωτικής περιουσίας. Κατά μία έννοια, ο Zerzan υποστηρίζει ότι «εξημερώνοντας τα ζώα και τα φυτά, ο άνθρωπος απαραίτητα εξημέρώσε τον ίδιο του τον εαυτό». Θα έπρεπε να αποφύγουμε, όμως, να αποδώσουμε στη γεωργία (2) το ρόλο του «προπατορικού αμαρτήματος», της μοναδικής αιτίας για τις δυστυχίες της ανθρωπότητας και της βίαιης έξωσης από τον πρωτόγονο κομμουνιστικό παράδεισο. Η ανάπτυξη των κρατών και των τάξεων ήταν αντιφατικές, πολύπλοκες και αμφισβητούμενες διαδικασίες που πραγματοποιήθηκαν στο πέρασμα χιλιάδων χρόνων. Ενώ η εξημέρωση των φυτών και των ζώων ήταν ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας, δε θέλουμε να πιστεύουμε πως είναι όλη η ιστορία. Πράγματι, μερικοί αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι η ανέλιξη των κοινωνικών ελίτ γέννησε τη γεωργία και όχι το αντίθετο. Σύμφωνα με το Hodder (1990), είναι πιθανό η εξημέρωση με συμβολική και κοινωνική έννοια να προηγήθηκε αυτής με οικονομική έννοια. Ενώ η αναζήτηση της τροφής προσφέρει άμεση πρόσβαση στο φαγητό (όταν αυτό είναι διαθέσιμο), κατά την γεωργική εργασία παρατηρείται μια ιδιαίτερα αργοπορημένη απόδοση των κόπων, μιας και οι σπόροι πρέπει πρώτα να φυτευτούν και τα ζώα να ταϊστούν και να μεγαλώσουν για να γίνει το φαγητό διαθέσιμο. Άρα, «Η υιοθέτηση περισσότερο εντατικών τεχνικών παραγωγής, με σκοπό τη γεωργία, υπηρετούσε τα συμφέροντα των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας, παγιδεύοντας έτσι τους ανθρώπους στο νέο, πλέον, οικονομικό καθεστώς, μέσα σε κοινωνικές και οικονομικές δομές από τις οποίες κατέληξαν να εξαρτώνται». Υπό αυτή την έννοια, «η εξημέρωση του άγριου βοδιού και της άγριας φύσης γενικότερα είναι μια μεταφορική έκφραση και ένας μηχανισμός για τον έλεγχο της κοινωνίας». Μερικές μορφές γεωργίας υπήρχαν για χιλιάδες χρόνια χωρίς κάποια ιδιαίτερη ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή. Η μετάβαση από την τροφοσυλλογή στη γεωργία πιστεύεται πως πραγματοποιήθηκε στη λεγόμενη περιοχή της γόνιμης ημισελήνου (που τώρα καλύπτεται από το Ιράκ, το Ιράν, την Τουρκία, τη Συρία, το Ισραήλ και την Ιορδανία) κάπου στα 10.000 π.Χ. και έθεσε γερά θεμέλια στην περιοχή κάπου στα 6.000 π.Χ. Παρ’ όλα αυτά, μόνο λίγα ζώα ήταν ιδιόκτητα, με το περισσότερο κρέας να συνεχίζει να προέρχεται από το κυνήγι. Η γεωργία εστιαζόταν κυρίως στο φύτεμα καρπών, χρησιμοποιώντας απλή τεχνολογία αντί του αρότρου. Οι αρχαιολόγοι, μάλιστα μερικές φορές αναφέρονται σ’ αυτό, μιλώντας για κηπουρική παρά για γεωργία αυτή καθεαυτή. Οι αληθινές αλλαγές πραγματοποιήθηκαν στην όψιμη Νεολιθική εποχή (από το 3000 π.Χ. περίπου) με την ανάπτυξη της εντατικής γεωργίας. Τα ζώα άρχισαν να χρησιμοποιούνται για το γάλα και το μαλλί τους, όπως και για το κρέας τους, καθώς επίσης και για να σέρνουν τα άροτρα και τα κάρα που είχαν εφευρεθεί πρόσφατα. Για πρώτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να έχουν υπό την ιδιοκτησία τους μεγάλες αγέλες και κοπάδια ζώων. Αρχικά διαχωρισμένα από την άγρια φύση και αργότερα ειδικά αναθρεμμένα, τα εξημερωμένα ζώα διακρίθηκαν βαθμιαία απ’ τα άγρια αδέλφια τους. Ο κοινωνικός αντίκτυπος απ’ αυτό ήταν τεράστιος. Μέσα από την πρακτική της «ζωικής γεωργίας», ο Camatte υποστηρίζει ότι “γεννήθηκαν οι ιδέες της ιδιοκτησίας και της ανταλλακτικής αξίας” και “έκανε την εμφάνισή της η πατριαρχία.” Το σύνολο της εργασίας που απαιτούνταν αυξήθηκε δραματικά με μια σειρά από νέες εργασίες: αποψίλωση δασών για βοσκοτόπια, τάισμα και φροντίδα των ζώων, άρμεγμα, επεξεργασία των γαλακτοκομικών προϊόντων, κλωθογύρισμα και ύφανση του μαλλιού και τόσα άλλα: “η γεωργία και η παραγωγή φαγητού...μετατράπηκε από μια συγκριτικά μικρή σειρά εργασιών τις οποίες μια γυναίκα ή ένα γκρουπ γυναικών μπορούσαν να εκτελέσουν με ένα σχετικά μικρό εξοπλισμό σε μια σειρά πολύπλοκων εργασιών που αποτελούσε μια πλήρη απασχόληση για ολόκληρο τον πληθυσμό” (Ehrenberg). Οι σχέσεις των δύο φύλων άλλαξαν. Η ζήτηση εργασίας απαιτούσε απ’ τις γυναίκες να γεννούν περισσότερα παιδιά (στις συλλεκτικές κοινωνίες ένα παιδί γεννιόταν κάθε 3 ή 4 χρόνια). Η εντατικοποίηση αυτή στη διαδικασία αναπαραγωγής εργατικού δυναμικού απ’ τις γυναίκες, τις απέκλεισε από άλλες εργασίες. Έχοντας παραμερίσει το κυνήγι, οι άντρες καταπιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις γεωργικές εργασίες που μέχρι πριν εκτελούνταν απ’ τις γυναίκες. Η κοινωνική θέση των γυναικών υποβαθμίστηκε, αφού “δεν μπορούσαν πλέον να συνεισφέρουν τόσο πολύ στην καθημερινή παραγωγή τροφής, γεγονός που είχε αποτελέσει ένα αποφασιστικό παράγοντα διατήρησης της ισότητας των δύο φύλων, που στο παρελθόν απολάμβαναν” (Ehrenberg). Επίσης, έχει υποστηριχθεί ότι ήταν η “διαχείριση των κοπαδιών των εξημερωμένων ζώων αυτή που πρώτη δημιούργησε μια παρεμβατική και διαχειριστική αντίληψη στην πολιτική ζωή... Έτσι, η εξημέρωση έγινε το αρχέτυπο υπόδειγμα για άλλα είδη κοινωνικής υποταγής. Το μοντέλο ήταν πατερναλιστικό, με τον καλό βοσκό στο ρόλο του άρχοντα, όπως ο δεσπότης με την ποιμαντική του ράβδο. Τα αφοσιωμένα και υπάκουα ζώα που υπακούν σ’ έναν συνετό άρχοντα ήταν ένα παράδειγμα για όλους τους εργοδότες” (Thomas). 1.3 Τα ζώα ως πλούτος Μετά την εξημέρωση των ζώων, ή τουλάχιστον κάποιων ειδών, αυτά δεν έτρεχαν πια ελεύθερα. Τώρα “μπορούσαν να ανήκουν” σε κάποιον: ο Adam Smith σημειώνει ότι μαζί με τους καρπούς, τα κοπάδια των ζώων αποτελούσαν την παλαιότερη μορφή ιδιωτικής περιουσίας (Thomas). Αυτή η ιδιοκτησία δε χρησιμοποιούνταν μόνο για την παραγωγή τροφής και ρούχων – ήταν επίσης και μια ένδειξη πλούτου. Ήδη, από τα πρώτα στάδια της εξημέρωσης “Η κατανάλωση κρέατος ήταν το εμφανές χαρακτηριστικό της υπερισχύουσας και εξουσιάζουσας τάξης. Όσο περισσότερα βοοειδή σφάζονταν, μαγειρεύονταν και τρώγονταν τόσο πιο σπουδαίος ήταν ο άνθρωπος” (Spencer). Τα εξημερωμένα ζώα αποτελούσαν μια θεμελιώδη κατηγορία πλούτου “ο οποίος μπορούσε να συσσωρευτεί και να κληροδοτηθεί από γενιά σε γενιά...έχοντας μια οικογένεια συσσωρεύσει περισσότερα ζώα ή αποκτήσει καλύτερα άροτρα, το χάσμα ανάμεσα στον πλούτο της και σ’ αυτόν των γειτόνων της θα μεγάλωνε προοδευτικά... Μια διάκριση μεταξύ φτωχών και πλουσίων, η οποία ήταν ασήμαντη στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, άρχισε να εμφανίζεται” (Ehrenberg). Εκτός από το ότι διατηρούνταν ως μια ενσάρκωση του πλούτου, τα ζώα που δε χρειάζονταν για άμεση κατανάλωση μπορούσαν να ανταλλαχτούν μεταξύ ιδιοκτητών ή ακόμη και να χρησιμοποιηθούν ως χρήμα. Σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο αγοράς, όπως παρατήρησε ο Marx στο “Κεφάλαιο”, “Η μορφή του χρήματος έρχεται να προσαρτηθεί...στο αντικείμενο της ωφέλειας, η οποία καθορίζει το κύριο στοιχείο του ιθαγενούς απαλλοτριώσιμου πλούτου, π.χ. τα ζώα.” Έχοντας τα ζώα γίνει ιδιοκτησία ομάδων ή ατόμων, μπορούσε κανείς όχι μόνο να τα αγοράσει και να τα πουλήσει, αλλά και να τα κλέψει ή να πολεμήσει γι’ αυτά. Ενώ η ανάπτυξη του κυνηγιού απαιτούσε την οργάνωση ενός τμήματος της κοινότητας ως μηχανής θανάτου, η μετατροπή της σε μηχανή πολέμου που σκότωνε συστηματικά άλλους ανθρώπους άρχισε να εμφανίζεται «όταν για πρώτη φορά οι άνθρωποι ιδιοποιήθηκαν αγαθά τα οποία είχαν και αξία, αλλά παράλληλα ήταν και πολύ εύκολο να τα κλέψει κανείς» (Ehrenberg). 1.4 Δουλεία Πολλοί απ’ αυτούς που δούλευαν την περίοδο του πρώιμου πολιτισμού ήταν σκλάβοι. Αφού πάρθηκε ως δεδομένο ότι τα ζώα ήταν απλά αντικείμενα στην υπηρεσία των ανθρώπων, η εισαγωγή της δουλείας, απλώς, προσδιόρισε με τα χαρακτηριστικά της κατάστασης των ζώων συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Όπως ο Marx παρατηρεί, “υπό συνθήκες δουλείας, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική έκφραση που χρησιμοποιήθηκε στην αρχαιότητα, ο εργάτης διακρίνεται μόνο ως ένα instrumentum vocale (ομιλόν εργαλείο) από ένα ζώο, το οποίο είναι instrumentum semi-vocale (ημι-ομιλόν εργαλείο) και από ένα άψυχο εργαλείο, το οποίο είναι instrumentum mutum (άφωνο εργαλείο)” (Marx 1867). Στη μοντέρνα περίοδο, η ρατσιστική ιδεολογία προσδιόριζε τους μαύρους ανθρώπους περισσότερο ως ζώα παρά ως ανθρώπους, νομιμοποιώντας, έτσι, τη δουλεία. Μεταχειρίζονταν τους σκλάβους ως ζώα, αναγκάζοντάς τους να ανεχτούν “φριχτές συνθήκες κατά τη μεταφορά τους, απομάκρυνση απ’ τα παιδιά τους, χωρισμό απ’ τις οικογένειές τους, βασανιστήρια με καυτά σίδερα πάνω στο κορμί τους, κολάρα και αλυσίδες στα σώματά τους καθώς επίσης και φαρμακευτικά πειράματα.” Οι δούλοι πωλούνταν σε αγορές σχεδιασμένες με βάση τις αγορές για τα οικόσιτα ζώα, με την παραδοχή απ’ τους ίδιους πως μεταχειρίζονταν τους σκλάβους όπως “μεταχειρίζονταν και τα ζώα”, ελέγχοντας τις ικανότητές τους, τη δύναμή τους, κ.λπ. Ανυπότακτοι σκλάβοι στέλνονταν στον “νεγρο-σπάστη” (ή στα βασανιστήρια για μαύρους) που τους ισοπέδωνε με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ο “αλογο-σπάστης” εξημέρωνε τα άγρια άλογα. “Αυτές οι τεχνικές δεν ήταν καινούριες, αλλά είχαν αναπτυχθεί τους τελευταίους αιώνες στις φάρμες, στις αγορές για ζώα, στα σφαγεία...στα εργαστήρια” (Βιομηχανία κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων: σύμβολα αντρικής δύναμης, σεξουαλικής υπεροχής και φυλετικής διάκρισης, 1997). Ομοίως, “Η διαδικασία εξημέρωσης των ζώων εφοδίασε τους ανθρώπους με πολλές ιδέες για το πως να τιμωρούν τα διάφορα αδικήματα: χαλινάρια για να καθυποτάξουν τις γυναίκες, κλουβιά, αλυσίδες και άχυρο για τους τρελούς” (Thomas). Θα μπορούσαμε, ίσως, να προσθέσουμε και τις φυλακές σ’ αυτήν τη λίστα και πιο πρόσφατα τη χρήση της βουκέντρας στις αγελάδες. 1.5 Αγελάδες, cowboys και ινδιάνοι: Πρωτόγονη συσσώρευση και ζώα Η βιομηχανία των ζώων και ιδιαίτερα η εκτροφή βοοειδών και προβάτων αποδείχτηκε κεντρικής σημασίας στην εξάπλωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων ανά τον κόσμο. Ο Marx υποστηρίζει πως για να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός, έπρεπε να έχει υπάρξει μια διαδικασία την οποία ονομάζει “πρωτόγονη συσσώρευση...την ιστορική διαδικασία απομάκρυνσης του παραγωγού απ’ τα μέσα παραγωγής.” Ο καπιταλισμός απαιτεί όλα τα μέσα παραγωγής (συμπεριλαμβανομένης και της γης) να ανήκουν στο Κεφάλαιο και η πλειοψηφία των ανθρώπων να μετατραπεί σε προλετάριους, ανθρώπους δηλ. που μπορούν να επιβιώσουν μόνο πουλώντας την εργασία τους έναντι κάποιας αμοιβής. Στις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες αυτές οι συνθήκες δεν υπήρχαν. Η γη είτε δεν ανήκε σε κανέναν είτε είχε χωριστεί σε μικρά κομμάτια, με τους περισσότερους ανθρώπους να έχουν το δικό τους (το οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν) ή/και να έχουν πρόσβαση στην κοινή γη. Οι άνθρωποι που παράγουν μόνοι τους την τροφή τους δεν έχουν ανάγκη να κερδίσουν χρήματα για να αγοράσουν φαγητό και δίνεται, έτσι, στους περισσότερους η ευκαιρία να αποφύγουν π.χ. μια θέση στο εργοστάσιο. Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, θα έπρεπε οι γεωργοί να στερηθούν βίαια τη γη τους μέσω μιας διαδικασίας που περιλάμβανε “την υποδούλωσή τους, ληστείες και δολοφονίες” – “αυτή η ιστορία, η ιστορία της απαλλοτρίωσής τους, είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με αίμα και φωτιά” (Marx 1867). Τα ιστορικά στοιχεία δε μαρτυρούν μόνο πως ο καπιταλισμός εξαρτήθηκε απ’ την πρωτόγονη συσσώρευση, αλλά και πως η ίδια η πρωτόγονη συσσώρευση βασίστηκε στη ζωική βιομηχανία. Στην Αγγλία η διαδικασία της “βίαιης απομάκρυνσης των γεωργών απ’ τη γη τους” και της απαλλοτρίωσης της γης τους άρχισε ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα. Αλλά τι ήταν αυτό που αποτέλεσε την αιτία, ώστε η άρχουσα τάξη να επιχειρήσει κάτι τέτοιο; Ο Marx είναι ξεκάθαρος και υποστηρίζει ότι η αιτία ήταν “η αύξηση της τιμής του μαλλιού”, η οποία έκανε επικερδή τη μετατροπή των “καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε βοσκοτόπια.” Οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν απ’ τα σπίτια τους για να κάνουν χώρο για τα πρόβατα, οδηγώντας τον Thomas Mοore να γράψει για την εποχή μιας παράξενης γης όπου «τα πρόβατα...καταβροχθίζουν τους ίδιους τους ανθρώπους». Αυτή η διαδικασία συνοδεύτηκε από αποψίλωση δασών, ιδιαίτερα τον 17ο και 18ο αιώνα. Σ’ αυτήν την περίοδο «η ιδεολογία της κρεοφαγίας (το κρέας εξευγενίζει την καρδιά, εμπλουτίζει το αίμα, ενθαρρύνει τους στρατιώτες) έπαιξε το δικό της ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου του 18ου αιώνα... Η αύξηση της κατανάλωσης κρέατος στο Λονδίνο συνδέθηκε με την ανάπτυξη επιστημονικών μεθόδων αναπαραγωγής, την επέκταση των διοδίων και των λεωφόρων, την αποστράγγιση των βάλτων και την αποψίλωση των δασών» (Linebaugh). Η δημιουργία, όμως, βοσκοτόπων δεν ικανοποιούσε μόνο τις ανάγκες της βιομηχανίας των ζώων, αλλά αποσκοπούσε και στην καταστολή των κατοίκων των δασών, πολλοί από τους οποίους ήταν καταληψίες που ζούσαν “ελεύθεροι από το φυσικό κοινωνικό περιορισμό της εκκλησίας και των νόμων των φεουδαρχών” (Thomas). Τα Highlands της Σκωτίας ήταν φανερά άδεια από ανθρώπους το 19ο αιώνα, αφού οι κάτοικοι απομακρύνθηκαν βίαια για να κάνουν χώρο για τα πρόβατα και αργότερα για τα ελάφια μιας και η περιοχή είχε μετατραπεί σε χώρο ψυχαγωγίας, όπου οι πλούσιοι κυνηγούσαν. Οι εκκαθαρίσεις των Highlands συνάντησαν πολλές αντιστάσεις, αλλά οι εξώσεις επιβλήθηκαν από το στρατό. Ο αποικισμός της Αμερικής που συνοδεύτηκε από ολόκληρη γενοκτονία είχε επίσης ως χαρακτηριστικό την αντικατάσταση των αυτοχθόνων πληθυσμών από επικερδή ζώα, ξεκινώντας με τον Κολόμβο, που έφερε την πρώτη αγελάδα και τα πρώτα άλογα στο “Νέο Κόσμο” το 1494. Ο Χολυγουντιανός μύθος των επικών μαχών ανάμεσα σε cowboys και ινδιάνους μπορεί να μην είναι ιστορικά ακριβής, αλλά εκφράζει μια βαθιά αλήθεια. Η προσπάθεια εξολόθρευσης των ιθαγενών πληθυσμών αντικατόπτριζε συχνά την επιθυμία να αντικατασταθούν από γελάδια. Η ειρωνεία είναι ότι κάποια θύματα παλαιότερων εκκαθαρίσεων βοήθησαν στη διαδικασία αυτή. Για παράδειγμα, στην Παταγωνία οι ινδιάνοι Araucanian εκδιώχτηκαν και σφαγιάστηκαν κάπου στα 1870 για να δημιουργηθούν στην περιοχή τους βοσκοτόπια. Μερικοί Σκωτσέζοι που βοήθησαν σ’ αυτήν τη σφαγή, και που είχαν στο παρελθόν εξοριστεί από τα Highlands και βίαια ξεριζωθεί απ’ τη μητρική τους γη και βρέθηκαν πεταμένοι στη θάλασσα, έτυχε να βρεθούν στα Falklands και πήραν μέρος σε μια άλλη βίαιη εκκαθάριση αυτή τη φορά στο άλλο άκρο της γης” (Wangford). Η κτηνοτροφία, όμως, δεν ήταν η μοναδική πτυχή της βιομηχανίας των ζώων που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον αποικισμό. Στη βόρεια Αμερική, ιδιαίτερα, το εμπόριο της γούνας ήταν πολύ διαδεδομένο, όπως μαρτυράει ο αποφασιστικός ρόλος που είχε η Hudson Bay Company. Σύμφωνα με τον Fredy Perlman, στα τέλη του 18ου αιώνα “η γούνα ήταν το πετρέλαιο της Ευρώπης. Η γαλλική αυτοκρατορία στην Αμερική περιστρεφόταν γύρω από τη γούνα, ενώ στη Σιβηρία η ρώσικη αυτοκρατορία που μόλις είχε αναδυθεί, ήταν μια αυτοκρατορία γεμάτη από παγίδες για ζώα.” Η πρωτόγονη συσσώρευση δεν κινήθηκε από ένα ιστορικά έκδηλο και αναπόφευκτο πεπρωμένο. Έπρεπε να υπάρξει ένα άμεσο οικονομικό κίνητρο που να αποσκοπεί στην κατάσχεση εκτάσεων στις οποίες ζούσαν άλλοι και σ’ αυτό συνέβαλαν τα κέρδη που παράγονταν απ’ τα ζώα. Υπό αυτήν την έννοια, η βιομηχανία των ζώων ήταν η κινητήρια μηχανή της πρωτόγονης συσσώρευσης, χωρίς την οποία τα κέρδη που προέκυψαν για την άρχουσα τάξη (γέννηση του προλεταριάτου, πρόσβαση στον ορυκτό πλούτο, κ.λπ.) μπορεί να μην είχαν προκύψει. 1.6 Ζώα και καταγωγή του εργοστασιακού συστήματος Ο καπιταλισμός προσπαθεί να στύψει μέχρι τελευταίας σταγόνας τη ζωή των ανθρώπων, εντείνοντας τη διαδικασία της εργασίας με σκοπό να εξοντώσουν οποιαδήποτε μη παραγωγική κίνηση. Επιδιώκει “το ξερίζωμα οποιασδήποτε μη – ελεγχόμενης κίνησης του χεριού, οποιασδήποτε μη παραγωγικής ματιάς, οποιασδήποτε αθέμιτης σκέψης” (Collectivities). Παρομοίως, στην περίπτωση των ζώων σκοπός είναι να περιοριστεί οτιδήποτε δεν συνεισφέρει στο τελικό προϊόν, ώστε να καταλήξουν μηχανές για τη μετατροπή της χλόης σε κρέας ή άλλα παράγωγα. Με τα ζώα, όπως και με τους ανθρώπους, το εργοστασιακό σύστημα στοχεύει στον περιορισμό των κινήσεων του σώματος για να αυξήσει τα κέρδη. Η εργοστασιακή κτηνοτροφία είχε ήδη εμφανιστεί από τους Ρωμαϊκούς χρόνους: Ο Πλούταρχος γράφει ότι “είναι μια κοινή πρακτική να ράβουν τα μάτια των γερανών και των κύκνων και να τους περιορίζουν σε σκοτεινά μέρη για να παχύνουν.” Το 17ο αιώνα στην Αγγλία τα γουρούνια, τα πουλερικά και οι γαλοπούλες αναγκάζονταν να παχύνουν έγκλειστα στο σκοτάδι. “Υπήρχε η άποψη ότι οι χήνες παίρνουν βάρος, αν οι μεμβράνες των ποδιών τους καρφωθούν στο έδαφος” (Thomas). Τότε όπως και τώρα, η κίνηση των ζώων περιοριζόταν, επειδή έκαιγε θερμίδες και επομένως καθυστερούσε την αύξηση τους βάρους. Οι ίδιες βασικές τεχνικές χρησιμοποιούνται ακόμα στη μοντέρνα βιομηχανική ζωική παραγωγή, με επιπρόσθετα μέτρα περιορισμού των ζώων, όπως ατομικά κελιά για κοτόπουλα και γουρουνάκια. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι η ανάπτυξη των εργοστασίων για ανθρώπους στη σύγχρονη εποχή επηρεάστηκε από τη μεγάλη ιστορία της βιομηχανικής ζωικής παραγωγής. Ο στόχος του βιομηχανικού συστήματος είναι να συγκεντρώσει τα ανθρώπινα σώματα σε ένα μέρος, ώστε να αυξήσει τον έλεγχο των κινήσεών τους. Η βασική διαφορά από τις εργοστασιακές φάρμες είναι ότι οι άνθρωποι περιορίζονται μόνο για ένα μέρος της ημέρας: ο καπιταλισμός απαιτεί τα σώματά τους να αντέχουν περισσότερο ούτως ώστε να μεγιστοποιείται η απόδοσή τους. Με τα ζώα, ο στόχος είναι να παχύνουν, ώστε να σφαγούν στον ελάχιστο χρόνο – τα κοτόπουλα σχάρας με φυσική διάρκεια ζωής γύρω στα 7 χρόνια, σκοτώνονται σε ηλικία 7 εβδομάδων. Η προέλευση της παραγωγής που βασίζεται στη γραμμή συναρμολόγησης βρίσκεται στους αμερικανικούς συσκευαστικούς συνεταιρισμούς του 19ου αιώνα: “οι συσκευαστικοί όμιλοι ήταν η πρώτη αμερικανική βιομηχανία που δημιούργησε γραμμές συναρμολόγησης. Ανήμπορες να ανταπεξέλθουν στη σταθερή προσέλευση βοοειδών κάθε μέρα, οι συσκευαστικές εταιρίες διευθέτησαν τη διαδικασία σφαγής: εφηύραν τον μεταφορικό ιμάντα”(Rifkin). Σύμφωνα με μια έκδοση του 1942 η οποία χρηματοδοτήθηκε από μια εταιρεία συσκευασίας κρέατος: Τα σφαγμένα ζώα, με το κεφάλι κάτω, κρεμασμένα από μια κινούμενη αλυσίδα ή μεταφορικό ιμάντα, περνούν από εργάτη σε εργάτη ο καθένας απ’ τους οποίους εκτελεί κάποιο συγκεκριμένο βήμα στη διαδικασία. Αυτή η μέθοδος φάνηκε να είναι τόσο αποδοτική, ώστε υιοθετήθηκε από πολλές άλλες βιομηχανίες, όπως για παράδειγμα τη συναρμολόγηση αυτοκινήτων. Ο Henry Ford γνωστοποίησε ότι η ιδέα για τη γραμμή συναρμολόγησης αυτοκινήτων «ήρθε γενικά από τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν οι συσκευαστές του Σικάγο για να πακετάρουν το κρέας»(Adams). Όπως η Carol Adams παρατηρεί: είναι κατάλληλο τα σφαγεία να χρησιμοποιηθούν «σαν μοντέλο για την αντιμετώπιση του εργάτη στη μοντέρνα καπιταλιστική κοινωνία», σε έργα όπως η «Ζούγκλα» του Upton Sinclair και η «Αγ. Ιωάννα των Σφαγείων» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Εκτός από τον ιστορικό σύνδεσμο, και το ζώο και ο εργάτης στη γραμμή συναρμολόγησης αντιμετωπίζονται σαν εσωστρεφή, άβουλα αντικείμενα, των οποίων οι δημιουργικές, σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες αγνοούνται, ενώ ο διαμελισμός του σώματος του ζώου αντιστοιχεί στον κατακερματισμό της ατομικής εργασίας στη γραμμή συναρμολόγησης. 1.7 Καλή εκτροφή: Η γενετική εντατικοποίηση της παραγωγής Ο Jacques Camatte έχει μιλήσει για την ανθρωπομορφοποίηση του κεφαλαίου, κατά την οποία το Κεφάλαιο ανάγει τα ανθρώπινα όντα στη δική του εικόνα. Το Κεφάλαιο αυτονομείται, εξημερώνοντας τον άνθρωπο. Αφού αναλύσει – εντρυφήσει – θρυμματίσει το ανθρώπινο ον, το Κεφάλαιο ανασυνθέτει το τελευταίο σαν μια λειτουργία του συστήματός του. Με τους ανθρώπους, η διαδικασία αυτή επιτελείται όχι μόνο με την ιδεολογία, αλλά υποβάλλοντας το σώμα σ’ ένα σύνολο πειθαρχικών θεσμών: το σχολείο, τη φυλακή, το εργοστάσιο. Με τα ζώα τα πράγματα έχουν προχωρήσει ένα στάδιο παραπέρα με μια μετατροπή των σωμάτων των ζώων για να γίνουν πιο παραγωγικά. Υπάρχει μακρύ παρελθόν επιλεκτικής εκτροφής ζώων που περιγράφει ο John Zerzan: “Η εξημέρωση των ζώων αψηφά τη φυσική επιλογή και επανατοποθετεί τον ελεγχόμενο βιόκοσμο σε ένα υποβιβασμένο τεχνητό επίπεδο... Έχοντας μεταφερθεί από μια ελεύθερη κατάσταση σε μια κατάσταση αβοήθητων παρασίτων, τα ζώα αυτά γίνονται εντελώς εξαρτημένα από τον άνθρωπο για να επιβιώσουν. Στα οικόσιτα θηλαστικά, κατά κανόνα, το μέγεθος του εγκεφάλου γίνεται σχετικά μικρότερο, αφού τα είδη αναπτύσσονται, έτσι ώστε να διαθέτουν περισσότερη ενέργεια στην σωματική ανάπτυξη παρά στη δραστηριότητα. Νωθρά, νωχελικά, μοιάζουν με τον τύπο, ίσως, των προβάτων, των περισσότερο εξημερωμένων ζώων απ’ όλα τα θηλαστικά. Η αξιοπρόσεκτη εξυπνάδα των άγριων προβάτων χάθηκε τελείως στα εξημερωμένα ομοειδή τους. Οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στα οικόσιτα ζώα μειώθηκαν στις απολύτως απαραίτητες. Οι μη-αναπαραγωγικές πλευρές του κύκλου ζωής τους ελαχιστοποιήθηκαν, η ερωτοτροπία ακρωτηριάστηκε και η ίδια η ικανότητα του ζώου να αναγνωρίζει το είδος του έχει καταστραφεί.” Στον 20ο αιώνα έχουν κάνει την εμφάνισή τους προσπάθειες να εφαρμοστούν τεχνικές εκτροφής ζώων στους ανθρώπους, οι οποίες προωθήθηκαν από το κίνημα της ευγονικής. Βίαιη στείρωση και άλλες μέθοδοι έχουν εφαρμοστεί για να εμποδίσουν τα άρρωστα και ανήμπορα ζώα να αναπαραχθούν. Ενώ αυτό εφαρμόστηκε με την πιο αδίστακτη αποφασιστικότητα στη ναζιστική Γερμανία, τα ευγονικά προγράμματα εφαρμόστηκαν και στη σοσιαλδημοκρατική Σουηδία και αλλού. Στη Βρετανία, η ευγονική μπορεί να μην εφαρμόστηκε συστηματικά, αλλά οι ιδέες της υπήρξαν καθοριστικές ανάμεσα σε τμήματα της άρχουσας τάξης στις αρχές του αιώνα και επηρέασαν την κρατική πολιτική. Για παράδειγμα, οι πρωτοπόροι του γεννητικού ελέγχου όπως η Marie Stopes παρακινήθηκαν μερικώς από τέτοιες θεωρήσεις. Η επιλεκτική εκτροφή των ζώων βελτιώνεται τώρα μέσα από την ανάπτυξη μιας γκάμας από γενετικές/βιοτεχνολογικές μεθόδους. Είδη ζώων ελέγχονται γενετικά για να αναπτύξουν την ικανότητα να δέχονται μοσχεύματα από άλλα είδη και να παράγουν φαρμακευτικές ουσίες και άλλα προϊόντα καθώς και αυξημένη απόδοση σε τροφή. Παραδείγματα των τελευταίων περιλαμβάνουν προσπάθειες να αναπτυχθούν κοτόπουλα χωρίς φτερά και ζώα των οποίων τα ανοσοποιητικά συστήματα επιτίθενται στα ίδια τους τα κύτταρα λίπους, ώστε να παράγουν άπαχο κρέας. Σε μια παραπέρα κίνηση για την εμπορευματοποίηση της ζωής, το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, πρόσφατα, επέτρεψε με ψήφισμα το πατεντάρισμα των γενετικά μεταλλαγμένων ζώων και φυτών. Οι βιοτεχνολογικές εταιρίες μπορούν τώρα να ισχυριστούν ότι ένα μεταλλαγμένο ζώο που “εφηύραν” είναι αποκλειστική τους ιδιοκτησία. Ο Camatte προλέγει ότι μια πιθανή μακροχρόνια ανάπτυξη του καπιταλισμού θα μπορούσε να σημάνει “τη μετάλλαξη του ανθρώπου ή ακόμα και μια αλλαγή των ειδών: η παραγωγή ενός τέλεια προγραμματιζόμενου όντος το οποίο έχει χάσει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους ‘Homo Sapiens’.” Η “Critical Art Ensemble” διατείνεται ότι αυτό έχει ήδη αρχίσει, αφού “άτομα από ποικίλες κοινωνικές τάξεις και ομάδες αναγκάζονται να υποβάλλουν το σώμα τους σε μετατροπή, έτσι ώστε να μπορούν να λειτουργούν αποδοτικότερα κάτω από τις μανιωδώς ορθολογιστικές προσταγές του πανκαπιταλισμού (παραγωγή – κατανάλωση – τάξη). Στο άμεσο μέλλον οι κύριοι μηχανισμοί θα είναι “η ανάμειξη του οργανικού με το ηλεκτρομηχανικό”, μια νέα ευγονική επιστήμη (συνδεδεμένη με το γενετικό έλεγχο) και φάρμακα που θα καθορίζουν τη διάθεση. Οι ανθρώπινοι κλώνοι, οι άνθρωποι-μηχανές και τα πιστά αντίγραφα τους είναι υλικό επιστημονικής φαντασίας, αλλά οι τεχνολογίες βελτιώνονται με ζώα, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια προσπάθεια να τροποποιήσουν ανθρώπινα σώματα σε ένα μελλοντικό στάδιο ταξικής κοινωνίας. 1.8 Εξόντωση Όπως με τους ανθρώπους, έτσι και τα ζώα που δεν μπορούν να ενσωματωθούν επικερδώς στην παραγωγική διαδικασία απλώς απορρίπτονται. Η εξημέρωση έχει εστιαστεί σε ένα περιορισμένο αριθμό ειδών. Άλλα είδη, όχι τελείως εξημερωμένα, έχουν διατηρηθεί για ψυχαγωγικού τύπου σφαγές – όπως το ελάφι. Αλλά πολλά άλλα είδη έχουν εξοντωθεί ολοσχερώς, απειλώντας τη βιοποικιλία του πλανήτη. Στις “αποικιοκρατούμενες Ινδία και Αφρική ο ανθός της βρετανικής νεολαίας απολάμβανε πραγματικά απεριόριστες σφαγές θηραμάτων.” Στη βόρειο Αμερική ο λύκος “έγινε το σύμβολο της αδάμαστης φύσης” και εξοντώθηκε στις περισσότερες περιοχές, όπως νωρίτερα στην Ευρώπη, ενώ μεταξύ 1850 και 1880, 75 εκατομμύρια βουβάλια σκοτώθηκαν από κυνηγούς (Thomas). Σε κάθε περίπτωση, η μαζική σφαγή θεωρήθηκε σαν μέρος του επικυρωμένου απ’ τα θεία μετασχηματισμού της άγριας φύσης σε πολιτισμό. Η ίδια μανία της εξόντωσης τροφοδότησε και το κυνήγι των ανθρώπων που αντιμετωπίστηκαν σαν ζώα, όπως οι Aboriginal στην Αυστραλία, και ο αυτόχθων πληθυσμός στις Φιλιππίνες – που ήταν το αντικείμενο των “διωγμών goo-goo” μετά την κατάκτησή του νησιού από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1898. Πολλά άλλα είδη έχουν εξαφανιστεί λόγω της καταστροφής και του κατακερματισμού του φυσικού τους περιβάλλοντος. Η ζωική βιομηχανία συμβάλλει συχνά άμεσα στο να καταστραφούν διάφορα εύθραυστα τοπικά οικοσυστήματα, ιδιαίτερα με την αποψίλωση δασών, ώστε να δημιουργήσει εκεί βοσκοτόπια. Σήμερα, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τους τελευταίους επιζώντες των ειδών που βρίσκονται υπό εξαφάνιση να προστατεύονται στους ζωολογικούς κήπους. Η προέλευση των ζωολογικών αυτών κήπων βρίσκεται στην ίδια αποικιακή νοοτροπία η οποία αφάνισε τόσα πολλά πλάσματα: “το θέαμα των ζώων στους ζωολογικούς κήπους πρέπει να γίνει ιστορικά αντιληπτό ως το θέαμα αποικιακής ή ιμπεριαλιστικής δύναμης”(Baker) προβάλλοντας τα φυλακισμένα ζώα σαν “παράλληλα εμβλήματα της ανθρώπινης εξουσίας στη φύση και της αγγλικής κυριαρχίας στις μακρινές χώρες”(Ritvo). 1.9 Πειράματα στα ζώα Τα πειράματα στα ζώα αποτελούν μέρος της επιστημονικής εφαρμογής από το τέλος του 17ου αιώνα. Σήμερα, πειράματα στα ζώα πραγματοποιούνται σε εκτεταμένη κλίμακα από, ανάμεσα σε άλλα, ιδιωτικά σωματεία, ακαδημαϊκά ιδρύματα και το στρατό. Κανείς δεν αρνείται (σοβαρά) ότι αυτό προκαλεί πόνο στα ζώα, αλλά έχει διατυπωθεί το αντεπιχείρημα, ότι αυτά συντελούν στο να καλύπτονται ανθρώπινες ανάγκες. Με το να διαφωνήσουμε, εάν ένα συγκεκριμένο πείραμα ή ένα σύνολο πειραμάτων είναι δυνητικά ωφέλιμο χάνουμε το νόημα: η κεφαλαιοκρατική εξέλιξη, της οποίας τα πειράματα στα ζώα αποτελούν μέρος, είναι μια απάτη. Πιο απλά, αποτελεί μύθο το ότι η επιστήμη στην υπηρεσία του κεφαλαίου θα παραδώσει μια ατέρμονη σειρά προϊόντων τα οποία θα κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη, πιο υγιεινή, μεγαλύτερη. Αντίθετα η εντατικοποίηση της κακοποίησης των ζώων συχνά συντελεί άμεσα στο να βελτιωθούν οι τεχνικές της κυριαρχίας των ανθρώπινων όντων. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό είναι αυταπόδεικτο. Το κλασικό παράδειγμα είναι η στρατιωτική έρευνα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η χρήση ζώων σε πειράματα από το Γραφείο Αποτίμησης και Έρευνας για την Άμυνα (Defence Evaluation and Research Agency) στο Porton Down του Wiltshire αυξήθηκε σταθερά στη δεκαετία των 90’s, με πειράματα στα οποία συμπεριλαμβάνονται πυροβολισμοί γουρουνιών και μαϊμούδων και μια γκάμα πειραμάτων βιολογικού πολέμου. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι μερικά καινούρια φάρμακα μπορούν να ωφελήσουν κάποια άτομα, παρ’ όλο που είναι δοκιμασμένα σε ζώα. Αλλά υπάρχουν αρκετές αποδοτικές θεραπείες που η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού στερείται εξ’ αιτίας της φτώχειας της. Οι ίδιες εταιρίες φαρμάκων οι οποίες υποστηρίζουν ότι «αγωνίζονται» για την ανθρώπινη υγεία θα προτιμούσαν να αφήσουν τους ανθρώπους να πεθάνουν από το να επιτρέψουν τα πατενταρισμένα προϊόντα τους να διατεθούν σε μια μη κερδοσκοπική βάση. Η έρευνα για νέα φάρμακα αποβλέπει στην αύξηση των οικονομικών οφελών, όχι στο να λύσει προβλήματα υγείας. Σε κάθε περίπτωση, η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας δεν είναι μόνο θέμα αφθονίας χαπιών. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να βοηθήσεις τους ανθρώπους είναι η παροχή καθαρού νερού, η υγιεινή, το φαγητό και η βασική φαρμακευτική περίθαλψη σ’ αυτούς που έχουν τρέχουσες ανάγκες. Η ίδια βιομηχανική διαδικασία που δίνει την υπόσχεση για μια καινούρια ζωή εντείνοντας τις ανέσεις, στην πραγματικότητα οδηγεί στην αρρώστια. Καινούρια φάρμακα δεν σημαίνει απλά κακοποιημένα ζώα – μπορεί, επίσης, να σημαίνει περισσότερα εργοστάσια που μολύνουν τον αέρα και το νερό με χημικά απόβλητα, περισσότερους ανθρώπους που δουλεύουν περισσότερες ώρες, υποφέροντας από άγχος, κατάθλιψη, υπερκόπωση και άλλες ασθένειες του πολιτισμού. Η απάντηση στην ερώτηση «γιατί ο καπιταλισμός πειραματίζεται σε ζώα;» είναι «γιατί δεν μπορούν ακόμα να το κάνουν χωρίς κόστος, πραγματοποιώντας το σε ανθρώπους». Αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις – αφ’ ότου ιδρύθηκε το Porton Down το 1916, είχαν πραγματοποιηθεί πειράματα σε περισσότερους από 12.000 ανθρώπους, κυρίως σε “εθελοντές” από το στρατό που εξαπατήθηκαν στο να λάβουν μέρος σ’ αυτά για λίγα επιπλέον επιδόματα χωρίς να είναι επαρκώς πληροφορημένοι για τις συνέπειες. Οι ουσίες που δοκιμάστηκαν περιλάμβαναν νευροπαραλυτικά αέρια, αέριο μουστάρδας, άνθρακα και LSD. Εκατοντάδες πρώην στρατιώτες ισχυρίζονται ότι υποφέρουν από ανικανότητες συμπεριλαμβάνοντας και διαταραχές στο δέρμα και στα μάτια, ενοχλήσεις στα νεφρά και το συκώτι και ως αποτέλεσμα κατάθλιψη. Πρόσφατα μόνο, αποκαλύφθηκε ότι το 1950 τα πειράματα του νευροπαραλυτικού αερίου Sarin σκότωσαν ένα εικοσάχρονο φαντάρο, τον Ronald Madison (Guardian 20.8.99). 1.10 Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και το κρέας Το 1998 δύο γουρούνια το έσκασαν απ’ το σφαγείο του Wiltshire, κολύμπησαν κατά μήκος του ποταμού Avon και κατέληξαν στην κοντινή εξοχή. Την επόμενη εβδομάδα οι “δύο του Tamworth” έγιναν αντικείμενο έντονης αναφοράς από το τσίρκο των μέσων μαζικής ενημέρωσης: όταν αιχμαλωτίστηκαν ξανά, γλίτωσαν από το σφαγείο, όταν μια εφημερίδα τα αγόρασε απ’ τον ιδιοκτήτη τους και τους βρήκε ένα ασφαλές σπίτι. Η αντίθεση ανάμεσα στην ευαισθητοποίηση απέναντι στα συγκεκριμένα αυτά γουρούνια και στην ταυτόχρονη μαζική κατανάλωση άλλων γουρουνιών μπορεί να εξηγηθεί μόνο με αναφορά στη θεωρία του Marx περί φετιχισμού του εμπορεύματος. Φετιχισμός του εμπορεύματος είναι η διαδικασία κατά την οποία αποδίδεται ζωή στα εμπορεύματα, ενώ αποκρύπτεται το γεγονός πως είναι προϊόντα εργασίας. Αυτό είναι καλά κρυμμένο ιδιαίτερα στην περίπτωση των ζωικών προϊόντων, των οποίων η προέλευση συστηματικά αποκρύπτεται μέσα από το πακετάρισμα των Super Markets και διάφορα γλωσσολογικά τεχνάσματα (π.χ. χοιρινό όχι γουρούνι, μπιφτέκι όχι αγελάδα). Αυτό με τη σειρά του επιτρέπει τη γέννηση μιας σειράς από ημι-μαγικές συμβολικές έννοιες γύρω από τα ζωικά εμπορεύματα. Το κρέας δε θεωρείται προϊόν κάποιας βιομηχανικής φάρμας ή κάποιου σφαγείου, αλλά π.χ. τεκμήριο ανδρισμού (“οι πραγματικοί άνδρες τρώνε κρέας”) ή εθνικό σύμβολο. Έτσι, στη Γαλλία η μπριζόλα συγκαταλέγεται στο σύνολο των πατριωτικών αξιών: βοηθάει στην ανύψωση του ηθικού των στρατιωτών σε καιρό πολέμου, είναι για τους Γάλλους φαντάρους η ίδια τους η σάρκα (Barthes), ενώ απ’ την άλλη πλευρά του καναλιού τίποτα δεν είναι “τόσο βρετανικό όσο το ψητό κρέας.” Πρόσφατα, αυτού του είδους ο φετιχισμός κατέρρευσε μερικώς μετά από αποκαλύψεις για τη διαδικασία παραγωγής των ζωικών προϊόντων, που ήταν αποτέλεσμα φόβων για την υγεία. Στη Γαλλία αποκαλύφθηκε ότι για την παρασκευή τροφών για πουλερικά και γουρούνια χρησιμοποιήθηκαν αίμα και άχρηστα κρέατα από πτώματα ζώων, ακαθαρσίες υπονόμων και μολυσμένα νερά. Στο Βέλγιο ξέσπασε το πρόβλημα με τις διοξίνες στα πουλερικά. Στη Βρετανία η επιδημία της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας που εμφανίστηκε στις αγελάδες (αλλά και σε μερικούς ανθρώπους) συνδέθηκε άμεσα με τη διατροφή των ζώων με πρωτεϊνούχα χάπια που περιείχαν απομεινάρια πουλερικών. Σάλο, τέλος προκάλεσε η τροφή E.Coli, που δηλητηρίασε καταναλωτές εξαιτίας μολυσμένων κρεάτων που περιείχε. Αλλά οι κίνδυνοι για την υγεία δεν περιορίζονται μόνο σ’ αυτούς που τρώνε κρέας. Ακόμη και η συμβουλευτική επιτροπή της βρετανικής κυβέρνησης για τη μικροβιολογική ασφάλεια των τροφών προειδοποίησε ότι η υπερβολική χρήση αντιβιοτικών στη γεωργία θα έχει “ολέθριες συνέπειες” (Guardian 19.8.99). Η χρήση φαρμάκων για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη, αλλά και η συνεχής επιταγή για καταστολή των ασθενειών σε ολόκληρα κοπάδια ζώων, οδηγεί στη γέννηση μικροοργανισμών που αντέχουν στα αντιβιοτικά. Είναι, όμως, αυτά προβλήματα του καπιταλισμού ή έχουν να κάνουν με την παραγωγή κρέατος αυτή καθεαυτή; Είναι ξεκάθαρο ότι η δίψα για κέρδος αποτελεί ένα βασικό παράγοντα και μπορεί να επαναπροσδιοριστούν κάποιες μέθοδοι γι’ αυτό, όπως και πράγματι γίνεται. Αλλά η παραγωγή κρέατος σε κλίμακα όπως η σημερινή θα ήταν αδύνατη χωρίς εντατική γεωργία. Υπάρχει ένα όριο στο πόσο πολύ θα μπορούσαμε να εξυγιάνουμε μια βιομηχανική διαδικασία, που περιλαμβάνει σφαγές, αίμα και διατροφή με σάρκες. Αν η κρεοφαγία ικανοποιεί μια ανθρώπινη ανάγκη, είναι μια ανάγκη που πολλοί ανθρώπινοι πολιτισμοί και ένας όλο και αυξανόμενος αριθμός ατόμων δε νιώθουν. Σίγουρα, είναι μια ανάγκη για τις τεράστιες πολυεθνικές εταιρίες διατροφής, που εξαρτώνται απ’ αυτήν. Στο μοντέρνο καπιταλισμό είναι μια ανάγκη, όπως το κάπνισμα, που χρειάζεται συνεχώς ενίσχυση από το marketing, ανεξάρτητα απ’ τα ολέθρια αποτελέσματα στους ανθρώπους, τα ζώα και το περιβάλλον. 1.11 Κυνήγι και ταξική εξουσία Στις αρχαίες κοινωνίες των δούλων, το κυνήγι μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε μια ευκαιρία για την άρχουσα τάξη να κοινοποιήσει την κυριαρχία της πάνω στα μικρότερα είδη (Serpell). Στα Ρωμαϊκά Στάδια οι αυτοκράτορες επέβλεπαν και συμμετείχαν στη μαζική σφαγή αιχμάλωτων άγριων ζώων, ανάμεσα τους λιοντάρια, ελέφαντες, αρκούδες και κροκόδειλοι. Τοξότες πλήρωναν για να έχουν το προνόμιο να σημαδεύουν και να σκοτώνουν ζώα από θέσεις κοντά στην αρένα. Μονομάχοι που σκότωναν ο ένας τον άλλο αλλά και αιρετικοί που βασανίζονταν, ήταν επίσης μέρος της τότε διασκέδασης. Το κυνήγι είχε την ίδια λειτουργία και στη μοντέρνα Βρετανία, δηλαδή στόχευε στην επίδειξη της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης. Για μια μεγάλη περίοδο του 18ου αιώνα, το κυνήγι της αλεπούς ήταν “η τυχαία και όχι οργανωμένη ενασχόληση των γαιοκτημόνων και αγροτών που ζούσαν σε παρθένα δάση.” Η ανάπτυξη τακτικού κυνηγιού με τον καθένα να έχει τη δική του περιοχή στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα, συνέπεσε με το γεγονός της μετατροπής του κυνηγιού της αλεπούς σε κύρια ασχολία των γαιοκτημόνων κατά τον ελεύθερο χρόνο τους. Όμως, το κυνήγι της αλεπούς, πέρα του ότι αποτελούσε μέσο κοινωνικοποίησης των ανδρών της άρχουσας τάξης, “επιβεβαίωνε ξανά την υπεροχή της στην τοπική κοινωνία”(Colley). Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πώς ο ισχυρισμός του κυνηγετικού λόμπι ότι υπερασπίζεται τον αγροτικό τρόπο ζωής, οδήγησε στην περαιτέρω υποταγή της υπαίθρου στα συμφέροντα της πλουτοκρατίας: “και μόνο το σκηνικό της Μεγάλης Βρετανίας αναδιοργανώθηκε, ώστε να συμβαδίζει με τις προτεραιότητες που έβαζαν στον ελεύθερο χρόνο τους οι γαιοκτήμονες και οι πλούσιοι. Φράχτες από θάμνους ξεριζώθηκαν, χαντάκια μπαζώθηκαν, γέφυρες και πύλες χτίστηκαν, ένοικοι εισέβαλλαν στις περιοχές με σκοπό να έχουν το δικό τους ιδιωτικό περιβάλλον και όλα αυτά προς καταδίωξη της άτυχης και μη φαγώσιμης αλεπούς”(Colley). Στον 20ό αιώνα το κυνήγι έχει αποτελέσει ένα μέσο για την κοινωνική ενσωμάτωση μη πλουσίων αριστοκρατών σε πιο παραδοσιακούς πλουτοκρατικούς κύκλους, ενώ συνεχίζει να αποτελεί κύρια ασχολία των πλουσίων και ισχυρών μελών της βασιλικής οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά, η κατάργηση του κυνηγιού δε θα μπορούσε να απειλήσει τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης στο σύνολό της. Το Κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο απρόσωπο και δεν εξαρτάται απ’ το είδος κοινωνικοποίησης που προσφέρεται μέσω του κυνηγιού, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει μια ξεκάθαρη κυρίαρχη τάξη. Στην πραγματικότητα, μόλις που εξαρτάται από κάποιους μεμονωμένους πλούσιους ανθρώπους – οι διακόσιοι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα μπορούσαν να εξαλειφθούν, χωρίς να επηρεάσουν καθόλου την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Στην προσπάθεια επίδειξης ισχύος της άρχουσας τάξης, το κυνήγι φαντάζει απλά μια δευτερεύουσα υποσημείωση, συγκρινόμενο με το μοντέρνο θέαμα που προσφέρει η υπερσύγχρονη τηλεμετάδοση ενός πολέμου. Κατά συνέπεια, το κυνήγι μπορεί, πλέον, να ειδωθεί ως απλά ηθικό ζήτημα, το οποίο, μάλιστα, συναντά αντιδράσεις και από τμήματα της άρχουσας τάξης. Τη σημερινή εποχή, η προσδοκία πολλών για κατάργηση του κυνηγιού στο Ηνωμένο Βασίλειο γίνεται πιο υλοποιήσιμη. Τέτοιες κινήσεις, όμως, συναντούν αντιδράσεις από τα τμήματα της κυρίαρχης τάξης που οργανώνονται σε αγροτικές βάσεις και απ’ τους υποστηρικτές τους. Το κίνημα για την υπεράσπιση του κυνηγιού κάνει ξεκάθαρο το πώς το δικαίωμα του να σκοτώνεις αλεπούδες συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη προσπάθεια να υπερασπιστεί κανείς τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων (π.χ. εναντίωση στις περιπλανήσεις αγνώστων σε ξένα χωράφια, κ.λπ.). Με την απειλή να εξαπολύσει μια βίαιη μικρο-μπουρζουάδικη αντεπίθεση των μικροκαλλιεργητών υπό αριστοκρατική προστασία, η φιλοκυνηγετική Συμμαχία της Υπαίθρου μοιάζει με κλασική φασιστική οργάνωση ως προς τη δομή της (μολονότι δεν έχει καμία ελπίδα να καταλάβει την εξουσία), ειδικά όσον αφορά τη δεξιά λαϊκιστική της άποψη για τη ζωή στην ύπαιθρο. “Η Ύπαιθρος νοείται ως ένα μέρος όπου όλα τα πράγματα είναι παραδοσιακά βρετανικά...άσπρα, πολιτισμένα, πατριωτικά, ετεροφυλοφιλικά, οικογενειακά, κρεοφαγικά, συντηρητικά”(Animal Magazine). 1.12 Η βία της εργατικής τάξης απέναντι στα ζώα Παράλληλα με την κακομεταχείριση των ζώων από τις πολυεθνικές υπάρχει ένα πιο εκτενές πεδίο βιαιότητας, εκμετάλλευσης και εξολόθρευσης. Εν μέρει, αυτό παρακινείται από οικονομική επιτακτική ανάγκη – αν η επιλογή πρέπει να γίνει ανάμεσα στην απόλυτη φτώχεια απ’ τη μία και στην αρπαγή π.χ. ενός ελέφαντα με σκοπό να πουληθούν οι χαυλιόδοντές του απ’ την άλλη – δε μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ευημερία των ζώων δεν αποτελεί μια από τις πρώτες προτεραιότητες των περισσοτέρων. Αλλά υπάρχει, επίσης, το ενδιαφέρον στοιχείο του ανίσχυρου ξεσπάσματος της απογοήτευσης αυτών που έχουν εξουσία απέναντι σε ζώα ή σε παιδιά. Ο Marx επισημαίνει ότι ο σκλάβος, τον οποίο μεταχειρίζονται σαν ζώο ή σαν εργαλείο, “ικανοποιείται, γνωρίζοντας ότι είναι διαφορετικός, συμπεριφερόμενος στο ένα με βιαιότητα και στο άλλο καταστρέφοντας το”(Marx 1867). Η υιοθέτηση των σχέσεων κυριαρχίας εξηγεί κατά μέρος, γιατί οι άντρες της εργατικής τάξης απολαμβάνουν να σκοτώνουν ζώα. Ακόμα και το κυνήγι αλεπούς, ενώ διοργανώνεται από και για τους πλούσιους, βασίζεται στην έμμισθη και άμισθη συμμετοχή ιδιοκτητών κυνηγόσκυλων και ενός διαταξικού μίγματος οπαδών του κυνηγιού. Αυτό ήταν φανερό στη μαζική συγκέντρωση υπέρ του κυνηγιού στο Hyde Park του Λονδίνου (1997). Η παρουσίασή του ως ένα είδος αυθόρμητης διαταξικής αγροτικής εξέγερσης απέκρυψε αυτό που πραγματικά επιδείκνυε: τις ημιφεουδαλικές σχέσεις της χρηματοδότησης, που ακόμα υπάρχουν στην αγροτική οικονομία. Όμως, ενώ πολλοί πληρώθηκαν ή πιέστηκαν για να λάβουν μέρος, δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως, με δεδομένα τους χαμηλότερους μισθούς και τις περισσότερες ώρες εργασία στη χώρα, ένα μέρος της αγροτικής εργατικής τάξης είναι έτοιμο να υπερασπιστεί την άθλια κατάστασή του. Μας έρχεται στο μυαλό η διορατικότητα της Louise Michel “Όσο πιο άγριοι είναι οι άνθρωποι προς τα ζώα, τόσο πιο πολύ υποκλίνονται δουλικά σ’ αυτούς που κυριαρχούν πάνω τους.” 1.13 Πέρα από τον ανθρωπισμό Η ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στα ζώα έχει δικαιολογηθεί από το χριστιανισμό και τον ανθρωπισμό, που και οι δύο τοποθέτησαν το ανθρώπινο ον στο κέντρο της δημιουργίας, ως βασιλιά των ζώων, μέσα στη φύση αλλά όχι ως μέρος αυτής. Το όριο μεταξύ ανθρώπων και ζώων είναι απόλυτο και αυστηρά καθορισμένο. Πριν την ευρέως διαδεδομένη συνήθεια του να έχεις κατοικίδια ζώα, οποιαδήποτε οικειότητα με τα ζώα ήταν ύποπτη: “τουλάχιστον στις μισές καλά θεμελιωμένες υποθέσεις μαγείας που οδηγήθηκαν στο δικαστήριο στην Αγγλία, ο/η κατηγορούμενος/η εμπλέχτηκε λόγω του γεγονότος πως είχε στην κατοχή του/της και έδειχνε στοργή σε ένα ή περισσότερα ζώα –συντρόφους”(Serpell). Η κατασκευή αυτής της εικόνας για τον “άνθρωπο” περιελάμβανε την άρνηση και καταπίεση των ανθρώπινων αναγκών και επιθυμιών. Έτσι, ολόκληρες πτυχές της ανθρώπινης ζωής, όπως ο έρωτας, ο χορός και η γύμνια έχουν αποκηρυχθεί από τους ηθικολόγους ανά την ιστορία ως “ζωώδεις.” Οι γυναίκες που δεν συμπεριφέρονται έτσι όπως πρέπει αποκαλούνται σκυλιά, σκύλες, ποντικίνες, αλεπούδες ή αγελάδες (Arkangel). Ο ιταλός σοσιαλιστής (και απολογητής της εξημέρωσης) Antonio Gramsci έγραψε, συμφωνώντας: “Η ιστορία του βιομηχανισμού ήταν πάντα ένας συνεχής αγώνας...εναντίον του στοιχείου της ‘ζωικότητας’ του ανθρώπου. Ήταν μια αδιάκοπη, συχνά οδυνηρή και αιματοβαμμένη διαδικασία υποταγής των φυσικών (π.χ. ζωικών και πρωτόγονων) ενστίκτων σε νέους, πιο περίπλοκους και αυστηρούς τύπους και συνήθειες τάξης και ακρίβειας, που μπορούν να καταστήσουν πιθανές τις ολοένα και πιο περίπλοκες μορφές συλλογικής ζωής οι οποίες είναι αναγκαία συνέπεια της βιομηχανικής ανάπτυξης”(Σημειωματάρια Φυλακής). Σε πολιτισμούς στους οποίους έχουν εισχωρήσει λιγότερο οι αξίες του κεφαλαίου, αυτή η ζωικότητα είναι κάτι που θαυμάζεται, αντί να εξευτελίζεται. Έτσι, ένας γέρος της φυλής Dogon στο Mali είπε κάποτε: “τα ζώα είναι ανώτερα από τον άνθρωπο, γιατί ανήκουν στους θάμνους και δε χρειάζεται να δουλεύουν. Πολλά ζώα τρέφονται με αυτά που ο άνθρωπος καλλιεργεί με οδυνηρό μόχθο”(Horniman). Στην πραγματικότητα, τα άγρια ζώα παρέχουν μια υπονοούμενη κριτική της ανθρώπινης κοινωνίας, ως έμπνευση, και αντίθετη με την “εξημερωμένη” κοινωνία. Παρ’ όλες τις προσπάθειες να παρουσιαστεί ότι όλη η κοινωνική ζωή των ζώων ισοδυναμεί με ένα συνεχή πόλεμο για επιβίωση, οποιοσδήποτε έχει γάτες ή σκύλους ξέρει πως πολλή από τη ζωή τους την περνούν, παίζοντας και τεμπελιάζοντας. Όπως δείχνει και ο Fredy Perlman η δραστηριότητα των ζώων είναι το αντίθετο της αλλοτριωμένης εργασίας, μοιάζοντας πολύ με την ανθρώπινη δραστηριότητα στις “πρωτόγονες κομμουνιστικές” κοινωνίες: “Ένας μηχανικός, του οποίου η ειδικότητα είναι να ελέγχει την αποτελεσματικότητα βιομηχανικών εργασιών, βλέποντας μια αρκούδα κοντά σε ένα μέρος με μούρα, δε θα ήξερε πότε να χτυπήσει κάρτα...η αρκούδα δε διαχωρίζει τη δουλειά από το παιχνίδι. Αν ο μηχανικός είχε φαντασία, ίσως έλεγε πως η αρκούδα αισθάνεται χαρά από τη στιγμή που τα μούρα γίνονται βαθιά κόκκινα και πως καμιά από τις κινήσεις της αρκούδας δεν είναι δουλειά.” Το “άγριος” παραμένει προσβολή που απευθύνεται στους ελεύθερους (ή σ’ αυτούς που θα ήταν ελεύθεροι), όπως ακριβώς αυτοί που προκαλούν ταραχές συνεχίζουν να αποκηρύσσονται ως ζώα και οι μαχητικοί εργάτες ως άγριοι απεργοί. Αλλά η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως η σκέψη της αγριότητας ως απελευθέρωσης θα έχει πάντα θέση στη φαντασία των επαναστατών και των εξεγερμένων (“σαν λιοντάρια εγειρόμαστε από το λήθαργο, σε ανίκητο αριθμό”- Shelley). Αν, σύμφωνα με το Μαρτίνο Λούθηρο το 1530 και τον Πάπα Leo τον XIII το 1891, η κατοχή ιδιωτικής περιουσίας είναι μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπου και ζώου (Thomas), τότε θα πρέπει να ξεφορτωνόμαστε την “ανθρώπινη φύση” μας με χαρά. 1.14 Καπιταλισμός και ζώα σήμερα Στα προηγούμενα στάδια της ταξικής κοινωνίας τα ζώα ήταν η κύρια μορφή πλούτου και μερικές φορές ανταλλαγής. Η μετέπειτα ανάπτυξη του καπιταλισμού ήταν εξαρτημένη από την πρωτόγονη συσσώρευση και σε πολλά μέρη του κόσμου ήταν τα οφέλη από την οικονομική εκμετάλλευση των ζώων που παρείχαν το κίνητρο για να απομακρυνθούν οι άνθρωποι από τη γη. Στον πρώιμο καπιταλισμό τα ζώα ακόμα αποτελούσαν τα κύρια μέσα μεταφοράς και ήταν απολύτως βασικά για την οικονομία. Σήμερα, το Κεφάλαιο έχει διαφοροποιηθεί και η βιομηχανία ζώων είναι μία μεταξύ πολλών. Μερικοί, χωρίς αμφιβολία, θα έλεγαν πως το Κεφάλαιο δεν έχει επιτακτική ανάγκη να εκμεταλλεύεται τα ζώα και πως ένας συνεπής, “δίχως βαναυσότητα” καπιταλισμός είναι μια πιθανότητα. Όντως, αυτή την άποψη φαίνεται να την έχουν τόσο όσοι είναι υπέρ του καπιταλισμού και υποστηρίζουν πως οι δυνάμεις της αγοράς θα απελευθερώσουν τα ζώα (μέσα από μποϋκοτάζ των καταναλωτών) όσο και αναρχικοί και κομμουνιστές για τους οποίους αυτή είναι η “απόδειξη” πως η εναντίωση στην εκμετάλλευση των ζώων δεν αποτελεί απειλή για τον καπιταλισμό. Φυσικά, είναι πιθανό να φανταστούμε ένα θεωρητικό μοντέλο καπιταλισμού που δε βασίζεται στα ζώα, αλλά αυτό σημαίνει ότι μπερδεύουμε μια αφηρημένη ιδέα με έναν πραγματικά υπάρχοντα καπιταλισμό, που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα πραγματικών ιστορικών διαδικασιών. Παρόμοια, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα καπιταλισμό χωρίς ρατσισμό ή καταπίεση των γυναικών, αλλά αυτά τα δύο έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου και συνεχίζουν να υπάρχουν, παρ’ όλες τις επιφανειακές αλλαγές προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα ήταν λάθος να νομίζουμε πως η εκμετάλλευση των ζώων είναι τώρα κάτι που απασχολεί ελάχιστα το Κεφάλαιο. Οι εταιρίες που εμπλέκονται στη χρηματοδότηση πειραμάτων στα ζώα είναι μερικές από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές του κόσμου. Η γεωργική εργασία ολοένα και κεφαλαιοποιείται. Στο παρελθόν το Κεφάλαιο κατά μεγάλο μέρος επενδυόταν στην κατασκευή και λιανική πώληση προϊόντων φτιαγμένων από ζώα που είχαν εκτραφεί από σχετικά ανεξάρτητους κτηνοτρόφους. Σήμερα, οι κτηνοτρόφοι φαλιρίζουν καθώς μεγαλύτερες εταιρίες αναλαμβάνουν κάθε στάδιο της ζωικής βιομηχανίας. Για παράδειγμα μια εταιρεία, η Grampian Country Food Group, παρέχει το ένα τρίτο των βρετανικών κοτόπουλων για φαγητό (200 εκατομμύρια το χρόνο). Η άμεση ανάπτυξη των εταιρειών στη γεωργία θα επιταχυνθεί καθώς το Κεφάλαιο επεκτείνει τα νέα βιοτεχνολογικά του σύνορα. Η ζωική βιομηχανία συνεχίζει να κυριαρχεί όσον αφορά τη χρήση γης σε πολλά μέρη του κόσμου. Στη Βρετανία το 80% της καλλιεργούμενης γης χρησιμοποιείται άμεσα ή έμμεσα για παραγωγή κρέατος και γαλακτοκομικών (Spencer). Σε πολλά μέρη του “Τρίτου Κόσμου”, η παραγωγή φαγητού κυριαρχείται από την καλλιέργεια δημητριακών που πωλούνται ως τροφή ζώων στη Δύση, αντί να ικανοποιούν τις ντόπιες ανάγκες. Τα ζώα σε συνθήκες βιομηχανικής παραγωγής προκαλούν τεράστιες ποσότητες απορριμμάτων με συχνές περιπτώσεις μόλυνσης του νερού και της γης. Με μαρξιστικούς όρους, η παραγωγή κρέατος αντιπροσωπεύει την καταστροφή της αξίας χρήσης για να αυξηθεί η ανταλλακτική αξία. Φαγητό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να θρέψει κόσμο δίνεται αντί σ’ αυτούς σε ζώα για να αυξηθεί το κέρδος. Η περισσότερη από την ενέργεια και την θρεπτική αξία, που αυτό προσφέρει, (από οικονομικής άποψης) χάνεται κρατώντας τα ζώα ζωντανά, αντί να μεταφέρεται κατευθείαν στους ανθρώπους. Δέκα στρέμματα γης τρέφουν 61 ανθρώπους με φασόλια σόγιας, 24 με σιτάρι, 10 με καλαμπόκι και μόνο 2 με κρέας από ζώα. Έτσι, τα ζώα χρησιμοποιούνται από τον καπιταλισμό ως μια μορφή σταθερού κεφαλαίου, καταναλώνοντας ζωντανή και νεκρή εργασία με σκοπό να παράγει ένα προϊόν (κρέας) που περιέχει αυξημένη υπεραξία. Τα McDonald’s έχουν γίνει ένα τοτέμ της καπιταλιστικής επέκτασης, η τελευταία λέξη της ανάπτυξης της χαμηλόμισθης, προσωρινής δουλειάς, συνδυασμένη με τις αναπτυγμένες θεαματικές τεχνικές του marketing. Κανένα μέρος του κόσμου δε θεωρείται πως είναι εντελώς υποταγμένο στην παγκόσμια αγορά μέχρι ένα McDonald’s να ανοίξει εκεί. Η συνεχιζόμενη περίφραξη του χώρου, που σημαδεύεται από την καταστροφή των δασών και την έξωση είναι τόσο εξαρτημένη από τη ζωική βιομηχανία όσο και τα προηγούμενα στάδια της πρωτόγονης συσσώρευσης. Δάση, ακόμα, κόβονται για να γίνουν βοσκοτόπια ζώων ή για να καλλιεργηθεί τροφή ζώων, αγρότες φεύγουν απ’ τη γη τους για να κάνουν χώρο για τη διεθνή κτηνοτροφική βιομηχανία. Η δυναμική του καπιταλισμού προς περισσότερο έλεγχο πάνω σε όλη τη ζωή, ανθρώπων ή ζώων. Αν τα πράγματα πάνε προς την αντίθετη κατεύθυνση, θα είναι μόνο, γιατί το Κεφάλαιο έχει αναγκαστεί να πάρει μια διαφορετική στροφή ή έχει καταργηθεί εξ’ ολοκλήρου. 2. Κομμουνισμός Ο κομμουνισμός δεν είναι ένα πρόγραμμα που κάποιος βάζει σε εφαρμογή ή κάνει κάποιον άλλο να το βάλει σε εφαρμογή, αλλά ένα κοινωνικό κίνημα. Ο κομμουνισμός δεν είναι ένα ιδανικό που πρέπει να πραγματωθεί: υπάρχει ήδη, όχι ως μια κοινωνία, αλλά ως μια προσπάθεια, ένα έργο για το οποίο πρέπει να προετοιμαστούμε. Είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να καταργήσει τις συνθήκες μιας ζωής καθορισμένης από τη μισθωτή εργασία και θα τις καταργήσει με την επανάσταση (Dauve & Martin). Ο κομμουνισμός δεν είναι ένα ουτοπικό προσχέδιο για το μέλλον ούτε έχει τίποτα να κάνει με τα “κομμουνιστικά” καθεστώτα του παρελθόντος, όπου ο καπιταλισμός διοικούνταν από το κράτος. Ο κομμουνισμός είναι το κίνημα για την κατάργηση των κρατών, των τάξεων, της ιδιωτικής περιουσίας, του χρήματος και των ιεραρχιών της εξουσίας και η συλλογική διαχείριση των μέσων για να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας και τις επιθυμίες μας. “Ο κομμουνισμός είναι η συνέχεια των αληθινών αναγκών, που ήδη υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να οδηγήσουν πουθενά, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, γιατί η παρούσα κατάσταση το απαγορεύει. Σήμερα, υπάρχουν πολυάριθμες χειρονομίες και συμπεριφορές που εκφράζουν όχι μόνο μια άρνηση του υπάρχοντος κόσμου, αλλά πάνω απ’ όλα μια προσπάθεια να χτιστεί ένας νέος” (Dauve & Martin). Πιστεύουμε πως πολλές από τις δραστηριότητες ενάντια στην εκμετάλλευση των ζώων ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία “χειρονομιών και συμπεριφορών” και είναι, επομένως, εκφράσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Οι ριζοσπάστες που περιφρονούν την αντίληψη της απελευθέρωσης των ζώων έχουν μια μακρά παράδοση για να βασιστούν. Η μαρξιστική πολιτική οικονομία υιοθετούσε το σχέδιο του Διαφωτισμού για την κυριαρχία πάνω στη φύση στην ολότητά της, με το φυσικό κόσμο να γίνεται αντιληπτός ως απεριόριστη πρώτη ύλη για την βιομηχανική πρόοδο. Αντιμέτωποι με τις καταστροφικές οικολογικές συνέπειες της βιομηχανικής ανάπτυξης από τη μια και με την πρόκληση των ριζοσπαστικών οικολογικών ομάδων από την άλλη, κάποιοι κομμουνιστές έχουν αρχίσει να κριτικάρουν αυτό το μοντέλο. Αλλά λίγοι απ’ αυτούς είναι έτοιμοι να επεκτείνουν αυτή την κριτική πέρα από την αντίληψη πως τα ανθρώπινα όντα είναι τα μόνα πλάσματα που αξίζουν σημασίας. Σ’ αυτούς λέμε: εχθροί του πολιτισμού και της προόδου, ας κάνουμε ένα βήμα μπροστά. 2.1 Η μυστική ιστορία της απελευθέρωσης των ζώων Έχουμε τη δική μας κρυμμένη παράδοση να μας εμπνέει. Ίσως να μην μπορούμε να αποταθούμε στην «ΙΔΡΥΤΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ Α.Ε.» για νομιμοποίηση, αλλά ανά τους αιώνες υπήρξαν πολλοί εξεγερμένοι και επαναστάτες που έχουν αγωνιστεί για τη δική τους απελευθέρωση κι εκείνη άλλων ανθρώπινων όντων, ενώ αποκήρυσσαν επίσης και την κακομεταχείριση των ζώων. Όπως ο Colin Spencer αποδεικνύει στο The Heretic’s Feast: A history of vegeterianism (Η Γιορτή του Αιρετικού: Μια Ιστορία της χορτοφαγίας), επιχειρήματα ενάντια στο να τρως ζώα έχουν προβληθεί για τουλάχιστον όσο καιρό υπάρχουν γραπτά κείμενα. Ενώ πολλοί απέφευγαν το κρέας για λόγους υγείας ή ως μέρος ενός ασκητικού μοντέλου αυταπάρνησης και θυσίας, συχνά το ενδιαφέρον για τα ζώα ήταν ο κύριος λόγος. Στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, η Ορφική μυστηριακή θρησκεία θεωρούσε τη θυσία ζώων και το να τρως κρέας ισοδύναμα με φόνο. Παρόμοιες απόψεις είχαν, προφανώς, ο Πυθαγόρας και οι οπαδοί του. Πολλά από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται σήμερα υπέρ ή κατά του να τρως ζώα έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά για χιλιάδες χρόνια. Για παράδειγμα, ο Έλληνας φιλόσοφος Πλούταρχος (46-120 μ.Χ.) έγραφε πως: «Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε κανένα σημαντικό δικαίωμα πάνω στα ζώα της γης, που τρέφονται με το ίδιο φαγητό, αναπνέουν τον ίδιο αέρα, πλένονται και πίνουν το ίδιο νερό μ’ εμάς – κι όταν σφάζονται μας κάνουν να ντρεπόμαστε». Καλούσε τους κρεοφάγους να δοκιμάσουν το κρέας ωμό και όχι να «κρύβουν το δολοφονημένο ζώο, χρησιμοποιώντας δέκα χιλιάδες γλυκά βότανα και καρυκεύματα». Τότε όπως και τώρα, η χορτοφαγία δεν ήταν απλά μια διαιτητική επιλογή, αλλά είχε πιο βαθιές συνέπειες, λαμβάνοντας υπ’ όψη την κοινωνική/συμβολική δύναμη που ενσαρκωνόταν στο κρέας: “Το να αλλάξει κανείς τη δίαιτά του σημαίνει να θέσει σε αμφιβολία τη σχέση μεταξύ θεών, ανθρώπων και ζώων, πάνω στην οποία ολόκληρο το πολιτικο-θρησκευτικό σύστημα της πόλης στηρίζεται...Το να απέχεις από την κρεοφαγία στην ελληνική πόλη-κράτος ήταν μια πολύ ανατρεπτική πράξη” (Detienne). Σε κάποιες περιοχές του κόσμου, ολόκληρες κοινότητες υπήρξαν κυρίως χορτοφαγικές. Αυτό μπορεί να σχετίζεται με την επιρροή των Βουδιστικών και Ινδουιστικών ιδεών, αλλά μπορεί, επίσης, αυτό που συμβαίνει να είναι πως οι θρησκευτικές ιδέες απλώς αντικατοπτρίζουν τις υπάρχουσες κοινωνικές πρακτικές. Η αντι-Βρετανική Ινδική Ανταρσία του 1857 ξεκίνησε από τη βρετανική άγνοια για τη σπουδαιότητα της χορτοφαγίας. Η άμεση αιτία της Ανταρσίας ήταν η άρνηση των ινδικών στρατευμάτων να χρησιμοποιήσουν φυσίγγια τουφεκιών αλειμμένα με ζωικό λίπος (το γεγονός ότι χρησιμοποιούνταν χοιρινό λίπος επίσης δυσαρεστούσε και τα μουσουλμανικά στρατεύματα). Η χορτοφαγία έχει συχνά συσχετιστεί με τις θρησκευτικές αιρέσεις, γεγονός που συνέβαλε στην καταδίωξή τους. Οι αιρετικοί του Cathar, που βρέθηκαν ενώπιον του Αυτοκράτορα Henry του Τρίτου το 1052 κατηγορήθηκαν πως είχαν “καταδικάσει οποιοδήποτε χρήση ζώου για διατροφή και με τη σύμφωνη γνώμη όλων όσων ήταν παρόντες διέταξε να τους κρεμάσουν”(αναφέρεται στον Spencer). Στην Κίνα ένα διάταγμα του 1141 διακήρυττε: «Όλοι οι χορτοφάγοι λάτρεις των δαιμόνων...θα στραγγαλιστούν». Ήταν τέτοιες αιρετικές τάσεις ανάμεσα στις οποίες ριζοσπαστικές κομμουνιστικές ιδέες συχνά ευδοκιμούσαν, κυκλοφορώντας ανάμεσα στους φτωχούς και προσφέροντας έμπνευση για «χιλιαστικές» εξεγέρσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες η άρνηση του κρέατος ίσως είχε μια ταξική διάσταση: «κάτι ακόμη που συνηγορούσε στο να μην τρως κρέας, δίνοντάς του μια κοινωνική δύναμη ως πνευματικό μήνυμα (και ήταν ένα μήνυμα που δεν κήρυτταν μόνο οι Cathars, αλλά και άλλες θρησκείες που αντιτάσσονταν στην Καθολική ορθοδοξία εκείνη την περίοδο) ήταν πως το κρέας ήταν το φαγητό των κυνηγών, των κυρίαρχων, των ανθρώπων που ίππευαν άλογα, των ανθρώπων που εκμεταλλεύονταν τους καλλιεργητές της γης, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος της ζωής αναπάντεχα δεν περιελάμβανε διατροφή με κρέας” (Moore). Κατά τη διάρκεια του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου και μετά, η χορτοφαγία υποστηριζόταν από κάποιους Ranters όπως ο John Moore, από ένα χτίστη του Hackney που λεγόταν Marshall, ο οποίος υποστήριζε πως ήταν “παράνομο να σκοτώσεις οποιοδήποτε πλάσμα είχε ζωή” και από τον Thomas Tryon, που καταδίκαζε “το να σκοτώνει και να καταπιέζει κανείς τα υπόλοιπα πλάσματα” καθώς και τη σκλαβιά, τον πόλεμο και την μεταχείριση των τρελών (Thomas). Ενδιαφέρον για τη μεταχείριση των ζώων και σε μερικές περιπτώσεις για τη χορτοφαγία εμφανίζεται ανάμεσα στους ριζοσπάστες του 18ου αιώνα όπως ο William Blake που έγραφε πως “Κάθε κραυγή του κυνηγημένου λαγού / Μια ίνα από τον εγκέφαλο σκίζει”, ο άθεος John Ritson και ο John Oswald (1730-93), ο άγγλος Ιακωβίνος και συγγραφέας του Cry of Nature (Η Κραυγή της Φύσης). Στις αρχές του επόμενου αιώνα, ο ποιητής Shelley υποστήριζε τη χορτοφαγία στο έργο του Queen Mab, στο οποίο καταδίκαζε επίσης τον πόλεμο και την διοίκηση από τους βασιλιάδες και το εμπόριο. Αργότερα, στον 19ο αιώνα η αναρχική και παρισινή κομμουνάρος Louise Michel κήρυττε: “Η πηγή της εξέγερσής μου εναντίον των ισχυρών ήταν η φρίκη μου για τα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονται τα ζώα.” Ο, μαζί με την Michel, παρισινός κομμουνάρος Elysee Reclus, αναρχικός κομμουνιστής και γεωγράφος, ήταν χορτοφάγος και εναντιωνόταν στη σφαγή των ζώων για τροφή. Περιστασιακά, η εναντίωση στην κακομεταχείριση των ζώων υιοθετήθηκε από πλατύτερα τμήματα της εργατικής τάξης. Στο Battersea, στο νότιο Λονδίνο, έγιναν ταραχές στην εργατική συνοικία Latchmere Estate το 1906, καθώς οι κάτοικοι υπεράσπιζαν το άγαλμα που συμβόλιζε την εναντίωση στα πειράματα σε ζώα “Brown Dog”(Καφέ Σκυλί) από την επίθεση γιατρών και σπουδαστών ιατρικών σχολών. 2.2 Το σύγχρονο κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων Το σύγχρονο κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων περιλαμβάνει ένα ανομοιογενές σύνολο από ομάδες και άτομα, που εναντιώνονται σε πρακτικές όπως το κυνήγι, τα πειράματα σε ζώα και η σφαγή των ζώων για τροφή. Με δεδομένα αυτά που έχουμε υποστηρίξει για τον κεντρικό ρόλο των ζώων στον καπιταλισμό, ένα κίνημα που αμφισβητεί τη θέση των ζώων δεν μπορεί παρά να ασκήσει επιρροή πάνω στο Κεφάλαιο. Ωστόσο, φυσικά δεν υποστηρίζουμε πως το εν λόγω κίνημα είναι στο σύνολό του ένα επαναστατικό κίνημα σε σύγκρουση με το Κεφάλαιο. Όπως όλα τα κοινωνικά κινήματα, το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων περιέχει αντιφάσκουσες τάσεις, στον ένα πόλο μια κοινωνικά συντηρητική θέση, μη κριτική προς τον καπιταλισμό, κοινοβουλευτική πολιτική, μονοθεματικές, ιεραρχικές εκστρατείες, ενώ στον άλλο μια μη-ιεραρχική προσέγγιση, βασισμένη στην άμεση δράση, που θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα στο ευρύτερο πλαίσιο του ριζοσπαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους πόλους υπάρχουν διάφοροι συνδυασμοί (π.χ. κοινωνικά συντηρητική, μονοθεματική άμεση δράση). Αυτές οι αντιφάσεις υπερβαίνουν τα όρια των οργανώσεων και ακόμα και τα όρια των ατόμων. Παρ’ όλη την κριτική που μπορεί να γίνει στην ιδεολογία και την πρακτική της απελευθέρωσης των ζώων (μέρος της οποίας θα παρουσιάσουμε αργότερα), μερικές πράξεις και συμπεριφορές της απελευθέρωσης των ζώων είναι σίγουρα εκφράσεις του κομμουνισμού. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι η πρακτική της απελευθέρωσης ζώων από φάρμες, κυνοτροφεία και εργαστήρια με το χαρακτήρα της επιδρομής στο οποίο πρωτοστατούσε το Animal Liberation Front (Μέτωπο Απελευθέρωσης των Ζώων) στα 1970’s. Το να σώζεις αυτά τα ζώα από το βασανισμό και ένα πρόωρο θάνατο συγκρούεται άμεσα με τη λογική του Κεφαλαίου, καταργώντας τη θέση τους ως προϊόντα, εμπορεύματα και πρώτες ύλες, με το να τα τοποθετείς πάλι ως ζωντανά όντα έξω από το σύστημα της παραγωγής και της ανταλλαγής. Οι κομμουνιστές έχουν ασκήσει κριτική στην καπιταλιστική πρόοδο και ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης και της ιδέας πως η επιστήμη και η τεχνολογία είναι ουδέτερες και θα οδηγήσουν σε μια χωρίς ταλαιπωρία χρυσή εποχή. Αυτοί που πιστεύουν στην απελευθέρωση των ζώων έχουν εφαρμόσει αυτήν την κριτική στην πράξη, για παράδειγμα με το να παρεμποδίζουν την έρευνα και να κάνουν επιθέσεις στα εργαστήρια. Οι ιδέες της απελευθέρωσης των ζώων έχουν εμπλουτίσει την κομμουνιστική θεωρία με το να θέτουν το βασικό ερώτημα της σχέσης μεταξύ ανθρώπων και φυσικού κόσμου. Ο Marx αναγνώριζε πως ο κομμουνισμός περιέχει τη “γνήσια επίλυση της διαμάχης μεταξύ ανθρώπου και φύσης και μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου”(1844), αλλά το όραμά του για τον κομμουνισμό ως μια ζωή όπου θα μπορούσες να “κυνηγάς το πρωί, να εκτρέφεις βόδια το απόγευμα” υπαινίσσεται πως δεν είχε πραγματικά σκεφτεί σε βάθος τι θα περιλάμβανε αυτή. Όπως υποστηρίζει ο Camatte, “το προλεταριακό κίνημα, δυστυχώς, διατήρησε ορισμένες προϋποθέσεις για την ύπαρξη του Κεφαλαίου, πιο συγκεκριμένα...το όραμα της προόδου, τον εκθειασμό της επιστήμης, την αναγκαιότητα της διάκρισης του ανθρώπου από το ζώο, με το δεύτερο να θεωρείται σε κάθε περίπτωση κατώτερο, την ιδέα της εκμετάλλευσης της φύσης... Όλα αυτά σήμαιναν πως η απαίτηση για μια ανθρώπινη κοινότητα περιοριζόταν μέσα στα όρια του Κεφαλαίου.” Τα φανερά, μονοθεματικά κινήματα που εστιάζουν την προσοχή τους, για παράδειγμα, στην απελευθέρωση των ζώων είναι, λοιπόν, αναγκαίο να διορθώσουν “τις ελλείψεις του κλασικού επαναστατικού κινήματος...το οποίο μαστιζόταν από αντιλήψεις εξουσίας και κυριαρχίας”. Οι προοπτικές της απελευθέρωσης των ζώων μας επιτρέπουν να δούμε πως αν η συμφιλίωση των ανθρώπων με τη φύση είναι κάτι παραπάνω από μια κενή ευχή, τότε πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται με τα ζώα, όπως ας πούμε η αποδιάρθρωση της τεχνολογίας της εκτροφής ζώων. Επίσης, θέτουν το ερώτημα της επέκτασης της αντίληψης της κοινότητας πέρα από τους ανθρώπους, ώστε να περιλαμβάνει κι άλλα είδη – το γεγονός πως τα ζώα δεν μπορούν να συμμετέχουν στην κοινότητα ως ενεργά υποκείμενα δεν σημαίνει πως πρέπει, απλά, να είναι αντικείμενα για ανθρώπινη χρήση. Όπως υποστήριξε ο Elisee Reclus: “Όταν ο πολιτισμός μας, θηριωδώς ατομικιστικός καθώς είναι, χωρίζει τον κόσμο σε πολλές μικρές, εχθρικές πολιτείες όσες και τα ξεχωριστά νοικοκυριά, όταν η τελευταία χρεοκοπία του θα έχει ανακοινωθεί...τότε θα θυμηθούμε όλα αυτά τα είδη που έχουν μείνει πίσω στην πορεία μας προς τα εμπρός και θα προσπαθήσουμε να τα κάνουμε, όχι υπηρέτες ή μηχανές, αλλά αληθινούς συντρόφους”. Μερικοί αναρχικοί και κομμουνιστές υποστηρίζουν πως το “ζήτημα των ζώων” είναι άσχετο, γιατί τα ζώα δεν μπορούν να παλέψουν για τον εαυτό τους: “Τα ζώα ποτέ δεν θα μπορέσουν να παίξουν ρόλο στην κοινωνική ανασύνθεση” (Aufheben 1995). Όμως, οποιαδήποτε ταξική ανασύνθεση δεν εκφράζει την αμφίδρομη σχέση μεταξύ ανθρώπων και άλλων μορφών ζωής κινδυνεύει να μείνει στο έδαφος του Κεφαλαίου. Με αυτό εννοούμε πως η εργατική τάξη χρειάζεται να ξεπεράσει την τμηματοποίησή της και να δράσει με αυτοπεποίθηση, ώστε όχι μόνο να έχει καλύτερη θέση ως μέρος της καπιταλιστικής μηχανής, αλλά και να αμφισβητήσει τη σχέση μεταξύ αυτής της μηχανής και της ζωής πάνω στον πλανήτη - ανθρώπινης, ζωικής και φυτικής. 2.3 Ό,τι σέρνεται σ’ αυτήν τη γη εξουσιάζεται με χτυπήματα Αυτό μας φέρνει στο κύριο “κομμουνιστικό” επιχείρημα ενάντια στην απελευθέρωση των ζώων, πως αυτοί που είναι αναμεμιγμένοι σ’ αυτήν “προβάλλουν τη φρίκη του καπιταλισμού μακριά από τον εαυτό τους” αντί να “παλεύουν για τον εαυτό τους.” Αυτό μερικές φορές είναι συνδεδεμένο με την καταστασιακή αντίληψη της ριζικής υποκειμενικότητας, κατά την οποία η επανάσταση θεωρείται ως η έκφραση των ατομικών αναγκών και επιθυμιών. Μια τέτοια άποψη τείνει να αγνοήσει το γεγονός πως οι άνθρωποι είναι κοινωνικά ζώα που δεν υφίστανται ως ανεξάρτητα όντα καθ’ εαυτά. Υπάρχουν μέσω της κοινωνικής συναναστροφής με άλλους ανθρώπους, ζώα και το ευρύτερο περιβάλλον. Η κομμουνιστική ώθηση δεν είναι απλώς θέμα διαφωτισμένης ιδιοτέλειας, αλλά, μια έκφραση της ευρύτερης μας ύπαρξης στην κοινότητα με αυτή την έννοια. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η ανάγκη να ζεις σε έναν κόσμο όπου η αποξένωση μεταξύ ανθρώπων και φύσης θα έχει ξεπεραστεί ήταν πάντα μέρος του κομμουνιστικού προγράμματος και είναι μια ανάγκη τόσο σημαντική όσο και οι πιο προφανείς, όπως το φαγητό και η στέγη. Δεν βλέπουμε αυτούς που ενεργά εκφράζουν αυτή την ανάγκη ως αποξενωμένους από τις δικές τους πραγματικές ανάγκες. Το αντίθετο, όπως ένα άρθρο για τη μαζική εναντίωση στις εξαγωγές ζώων στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το έθεσε: “Το γεγονός πως άνθρωποι ευαισθητοποιούνται από το βασανισμό των ζώων και αντιμετωπίζουν το κράτος, τουλάχιστον μας δίνει ελπίδες πως οι άνθρωποι δεν είναι τελείως αποξενωμένοι”(Do or Die). Η βάση του ενδιαφέροντος της εργατικής τάξης για τα ζώα δεν είναι η εκτός τόπου συναισθηματικότητα (αν και νομίζουμε πως το συναίσθημα είναι τουλάχιστον το ίδιο λογική ανθρώπινη αντίδραση όσο και ο αμερόληπτος επιστημονικός ορθολογισμός), αλλά η συμπόνια που απορρέει από την κοινή κατάσταση του εκμεταλλευόμενου ζώου: “Ό,τι σέρνεται σ’ αυτήν τη γη εξουσιάζεται με χτυπήματα”(Os Cangaceiros). Όπως είπαμε παραπάνω, οι τεχνικές της κυριαρχίας πάνω σε ανθρώπους και ζώα είναι ιστορικά συνδεδεμένες. Για παράδειγμα, τα ζώα χρησιμοποιούνται σε πειράματα, ακριβώς επειδή είναι παρόμοια με τους ανθρώπους κατά κάποιο τρόπο. Αν κάποιος νιώθει αηδία για τα πειράματα κατά τα οποία στον εγκέφαλο μιας γάτας ή ενός πιθήκου εμφυτεύονται ηλεκτρόδια, τότε αυτό είναι ένα έγκυρο “ένστικτο” επιβίωσης. Αυτά τα ζώα βασανίζονται σ’ αυτά τα πειράματα, μονάχα γιατί το Κεφάλαιο θέλει να έχει τη δυνατότητα να κάνει το ίδιο και στους ανθρώπους. Αν και αυτή η συμπόνια τις περισσότερες φορές απουσιάζει από την επαναστατική θεωρία, έχει εκφραστεί στις επαναστατικές καταστάσεις. Κατά τη διάρκεια της κατάληψης του St. George’s Hill από τους Diggers το 1649 ο Gerrard Winstanley καταγράφει πως “ευαίσθητες καρδιές” λυπούνταν που έβλεπαν τις αγελάδες τους να χτυπιούνται από τον επικεφαλής των επιστατών του αγροκτήματος – στο κάτω-κάτω δεν υπέφεραν κι εκείνοι από τα ίδια χτυπήματα; Στην Παρισινή Κομμούνα (1871) η Louise Michel βρήκε χρόνο ανάμεσα στο να πυροβολεί μπάτσους και να φυλάει τα οδοφράγματα για να σώσει μια φοβισμένη γάτα, υποστηρίζοντας στα απομνημονεύματά της πως “όλα ταιριάζουν μαζί, από το πουλί του οποίου τα νεογνά συντρίβονται μέχρι τους ανθρώπους των οποίων η φωλιά καταστρέφεται από τον πόλεμο”(Lowry & Gunter). Στη φυλακή το 1917 η Rosa Luxemburg εξέφρασε τη συμπόνια της για ένα βούβαλο που είδε να τον κακομεταχειρίζονται από το κελί της: “Ο βασανισμός ενός πολύ αγαπημένου αδερφού δεν θα μπορούσε να με είχε συγκινήσει περισσότερο...Φτωχέ φουκαρά, είμαι το ίδιο με σένα στον πόνο μου, στην αδυναμία μου και στον πόθο μου”(Γράμμα στη Sonja Liebknicht, Δεκ. 1917). Η συμπάθεια είναι μια λέξη που δε βρίσκεται πολύ συχνά στην επαναστατική ορολογία, αλλά όπως το Communist Headache έχει υποστηρίξει σε σχέση με τα ζώα: “Μέρος της ταξικής πάλης είναι η πάλη εναντίον της κυριαρχίας. Αυτό περιλαμβάνει το να καταλάβουμε πως κυριαρχούμαστε και να καταλάβουμε πως μας μαθαίνουν να κάνουμε φετίχ την κυριαρχία και να κυριαρχεί ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στην τάξη μας. Η κυριαρχία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη συμπάθεια, ωστόσο αυτή η συμπάθεια πρέπει να επανανακαλυφθεί ως μέρος μιας ταξικής πάλης, κατά την οποία οι άνθρωποι συνευρίσκονται στην ανθρώπινη κοινότητα.” 2.4 Αντιμετωπίζοντας το κράτος Με πρακτικούς όρους, η συμμετοχή σε πράξεις εναντίον της κακομεταχείρισης των ζώων περιλαμβάνει ανθρώπους που αντιμετωπίζουν το κράτος (την αστυνομία, τα δικαστήρια, το νόμο κ.λπ.)και που αναπτύσσουν ευφάνταστες στρατηγικές για να το πετύχουν. Το σαμποτάζ του κυνηγιού, για παράδειγμα, μπορεί να περιλαμβάνει την εξειδικευμένη χρήση οχημάτων, μέσων επικοινωνίας, χαρτών και άλλων εργαλείων για να καταστούν μάταιες οι προσπάθειες της αστυνομίας και των οπαδών του κυνηγιού να τους σταματήσουν. Περιλαμβάνει, επίσης, μια μαζική ανοιχτή περιφρόνηση των νόμων περί καταπάτησης και μια γενική άρνηση να αναγνωρίσουν πως η ύπαιθρος ανήκει στα πλούσια άτομα που έχουν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν με τα ζώα (και τους ανθρώπους) που ζουν εκεί. Το σαμποτάζ του κυνηγιού είναι μια από τις λίγες μορφές δραστηριότητας σχετικής με τα ζώα που χαίρει ενός απρόθυμου σεβασμού από τους παραδοσιακούς κομμουνιστές. Σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνει χωρίς διαμεσολαβητές αντιπαράθεση με άτομα-μέλη της άρχουσας τάξης. Πολλοί σαμποτέρ κυνηγιού μισούν τους κυνηγούς λόγω αυτών που κάνουν στις αλεπούδες και επειδή είναι πλούσιοι, παρ’ όλο που αυτοί που πάνε για σαμποτάζ, αναμένοντας μια εβδομαδιαία επαναθέσπιση της εξέγερσης των χωρικών, μπορεί να απογοητευθούν από την πραγματικότητα του να κάθεσαι για ώρες στο πίσω μέρος στα φορτηγάκια ή να βαδίζεις κρυφά μέσα στο δάσος. Ενώ η εναντίωση στο κυνήγι μπορεί να μην είναι από μόνη της μία ένδειξη ανατρεπτικών συμπεριφορών, η πράξη του να προσπαθείς να το σαμποτάρεις άμεσα είναι κάτι το διαφορετικό. Οι Νέοι Εργατικοί, αντίπαλοι του κυνηγιού, συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη χρήση κατασταλτικής νομοθεσίας εναντίον των σαμποτέρ κυνηγιού, γιατί αναγνωρίζουν την απειλή που αποτελούν ομάδες (κυρίως) ανθρώπων της εργατικής τάξης, που παίρνουν τα πράγματα στα ίδια τους τα χέρια σε μια ανοιχτή περιφρόνηση του νόμου. Άλλοι αγώνες περιελάμβαναν μαζικές αντιπαραθέσεις με το κράτος. Στο κίνημα ενάντια στις εξαγωγές ζωντανών ζώων (1994-95) στο Shoreham του Kent και στο Brightlingsea του Essex χιλιάδες ντόπιοι έκλεισαν δρόμους και αντιστάθηκαν στην αστυνομία για αρκετούς μήνες. Το επιτυχημένο κίνημα για να κλείσει η Hillgrove Farm στο Oxfordshire, ένα εκτροφείο γατών για πειράματα, περιελάμβανε συχνές συγκρούσεις στα τακτικά συλλαλητήρια που οδήγησαν τελικά στο κλείσιμό της το καλοκαίρι του 1999. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις χιλιάδες αστυνομικοί ξεχύθηκαν, κάνοντας επιθέσεις με γκλομπ και έντονες επιτηρήσεις - στη Hillgrove η αστυνομία χρησιμοποίησε το άρθρο 60 του Criminal Justice Act για να σταματήσει και να ψάξει οποιονδήποτε που έμοιαζε να πηγαίνει για να διαδηλώσει, σε ακτίνα 5 μιλίων γύρω από τη φάρμα (Animal Magazine). Όποια κι αν είναι τα όρια αυτών των κινημάτων, θέτουν θεμελιώδη ερωτήματα σε όσους συμμετέχουν για το ρόλο του κράτους και τη φύση των βιομηχανικών διαδικασιών. Πολλοί άνθρωποι που συμμετέχουν ή είχαν συμμετάσχει σε πράξεις εναντίον της κακομεταχείρισης των ζώων συμμετέχουν επίσης και σε άλλους αγώνες. Μ’ αυτόν τον τρόπο η ποικιλία των πρακτικών δεξιοτήτων που έχουν αναπτυχθεί στο κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων έχει κυκλοφορήσει στους αγώνες και γίνεται, έτσι, εργαλείο που μπορεί να χρησιμεύσει σε διαφορετικές καταστάσεις. Αυτό καλύπτει τα πάντα, απ’ το να τυπώσεις ένα φυλλάδιο ή να μετακινηθείς με φορτηγάκια γεμάτα ανθρώπους χωρίς προειδοποίηση, ως λαθραίες μορφές οργάνωσης και αλληλεγγύης μεταξύ κρατουμένων. 2.5 Πέρα από την ιδεολογία των δικαιωμάτων των ζώων Οι αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση των ζώων είναι (σε πολλές περιπτώσεις) μια έκφραση του κομμουνιστικού κινήματος, ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα που θέλει να βάλει τέλος στις υπάρχουσες συνθήκες. Ενώ αναφέρεται σε ένα μόνο θέμα, η απελευθέρωση των ζώων θέτει όντως θεμελιώδη ερωτήματα για τη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο. Αυτό μπορεί να είναι ένα σημείο εκκίνησης για μια θεμελιώδη αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ζούμε τις ζωές μας – από την άλλη η ιδεολογία των δικαιωμάτων των ζώων μπορεί να γίνει ένα όριο που να αποτρέπει μια ευρύτερη κριτική της κοινωνίας. Χρειάζεται να πάμε πέρα από αυτή την ιδεολογία, χωρίς να εγκαταλείψουμε ό,τι είναι ανατρεπτικό μέσα σ’ αυτό που αντιπροσωπεύει. “Η θεαματική παραγωγή είναι προφανώς πρόθυμη να διατηρήσει την δυσκολοχώνευτη πλευρά της παραγωγής κρυμμένη”(Law). Αυτοί που μπαίνουν στη διαδικασία να κοιτάξουν πίσω από την οθόνη μπορεί να συγκλονιστούν τόσο πολύ από τη φρίκη που βρίσκουν εκεί, ώστε όλα τα υπόλοιπα να μοιάζουν σχεδόν άσχετα. Η σύγκρουση μεταξύ ανθρώπων και ζώων μπορεί να φτάσει να θεωρείται ως απόλυτα σημαντικότερη απ’ οποιαδήποτε κοινωνική αντίφαση, συμπεριλαμβανομένης και της ταξικής και κάποια άτομα μπορεί ακόμα και να αναπτύξουν μια μορφή μισανθρωπίας κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι θεωρούνται ως εκών “κακοί” με εξαίρεση τους λίγους αφοσιωμένους που απέχουν απόλυτα από τη ζωική παραγωγή. Η απόλυτη αποχή είναι λίγο-πολύ αδύνατη και το να καταδικάζεις ηθικά τους άλλους που δεν πηγαίνουν αρκετά μακριά, περιορίζει μονάχα τη δυνατότητα ενός κινήματος να αναπτυχθεί. Παρ’ όλα αυτά, η χορτοφαγία/ο vegan-ισμός (3) δεν είναι μόνο ζήτημα ενός ψευδοευλαβικού “νύπτω τας χείρας μου”. Το “ζήτημα μιας αγαπημένης και με σεβασμό σχέσης με τα υπόλοιπα έμβια όντα” αναγκαστικά περιλαμβάνει “την απόρριψη της διατροφής που πηγάζει, όχι μόνο από τη γενετική εκμετάλλευση των ζώων, αλλά επίσης και από τη βίαιη μεταχείρισή τους στις συνθήκες της μαζικής εκτροφής ή στα εργαστήρια”(Dalla Costa). Το να μην τρως ζώα επιφέρει ποιοτική βελτίωση στην ευημερία των ζώων (καθώς και ποσοτική μείωση των ζώων που σκοτώνονται), ακόμα και αν μια μεμονωμένη πράξη μπορεί να εμπορευματοποιηθεί και να μετατραπεί σε ένα ικανοποιητικό life-style για το marketing που πλασάρει τρόπους ζωής. Από τη σκοπιά των ζώων, ένας χορτοφαγικός καπιταλισμός θα ήταν ένα βήμα μπροστά. Αλλά για λόγους που έχουμε αναφέρει νωρίτερα, αυτή είναι μια εξαιρετικά απίθανη έκβαση με δεδομένα τα προσωπικά οφέλη της ζωικής βιομηχανίας και τις βαθιά ριζωμένες συνήθειες της καθημερινής ζωής στον καπιταλισμό. Επίσης, ο χορτοφαγικός καπιταλισμός θα εξαρτιόταν ακόμη από την εκμετάλλευση των ανθρώπινων ζώων και την καθυπόταξη όλων των μορφών ζωής και του φυσικού περιβάλλοντός τους στις ανάγκες της οικονομίας. Γι’ αυτό πρέπει να πούμε ούτε McDonald’s, ούτε McCartney (4), αλλά διεθνής κομμουνισμός! Μια υπερβολική έμφαση στο μποϋκοτάζ των προϊόντων συγκεκριμένων εταιριών είναι βασισμένη σε μια παρανόηση της φύσης του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός είναι κάτι περισσότερο από τις συνδυασμένες προσπάθειες των “κακών” πολυεθνικών εταιριών. Είναι βασισμένος σε κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβημένες από την ιδιοκτησία και το χρήμα. Όσο αυτές οι σχέσεις υπάρχουν, ο καπιταλισμός θα αναπαράγει τον εαυτό του, ανεξάρτητα από την τύχη οποιασδήποτε συγκεκριμένης εταιρίας. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε οποιαδήποτε επιχείρηση από τις λειτουργίες της οικονομίας στο σύνολό της. Το Κεφάλαιο ρέει ελεύθερα οπουδήποτε μπορεί να υπάρξει κέρδος, με τα ίδια άτομα ή ιδρύματα να επενδύουν χαρούμενα τόσο σε “κακές πολυεθνικές” όσο και σε “χωρίς βαναυσότητα εταιρίες”(cruelty free companies). Η έλλειψη κατανόησης της δυναμικής της σημερινής κοινωνίας υπό μια ταξική ανάλυση, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα επιθέσεις σε χαμηλής στάθμης εργάτες βιομηχανιών οι οποίες εκμεταλλεύονται ζώα, λες και είναι το ίδιο υπεύθυνοι με τους προϊσταμένους ή τα αφεντικά. Είναι γελοίο, όπως περιστασιακά συμβαίνει, οι εργαζόμενοι στα McDonald’s να καταγγέλλονται ως “καθάρματα”, όταν η εκμετάλλευση τους είναι το ίδιο βασική όσον αφορά στα κέρδη της εταιρίας όσο και οι νεκρές αγελάδες μέσα στις πίτες. Όλοι μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτά τα προβλήματα και ταιριάζει στις απόψεις πολλών αναρχικών και κομμουνιστών να προσποιούνται πως όλες οι δραστηριότητες της απελευθέρωσης των ζώων λαμβάνουν χώρα σ’ αυτό το αντιδραστικό πλαίσιο. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ένα καλό παράδειγμα είναι το κίνημα ενάντια στα McDonald’s που είναι ένας πραγματικά υπάρχων διεθνής αγώνας που περιλαμβάνει τις συνθήκες εργασίας, την κριτική του θεαματικού και του εμπορεύματος, οικολογικά θέματα καθώς και την εκμετάλλευση των ζώων και έχει καταφέρει ακόμα και να περιλαμβάνει κρεοφάγους. 2.6 Ποιο είναι το πρόβλημα με τα δικαιώματα; Είμαστε επικριτικοί όσον αφορά τον όρο περί δικαιωμάτων των ζώων για τον ίδιο λόγο που κριτικάρουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ιδεολογία περί δικαιωμάτων εμφανίστηκε με τις καπιταλιστικές επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα και συγκεκριμένα με τη γαλλική επανάσταση. Αυτή η ιδεολογία υπήρξε πολιτικό και ηθικό στήριγμα στην καπιταλιστική οικονομία. Στην καπιταλιστική αγορά τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σύμφωνα με την αρχή της ισοτιμίας είτε εκείνο το εμπόρευμα είναι ζάχαρη είτε μιας βδομάδας εργασία. Στην πολιτική σφαίρα, οι άνθρωποι γίνονται ίσοι μέσω της χορήγησης δικαιωμάτων σε όλους. Πίσω από το προσωπείο των δικαιωμάτων, η δικτατορία του κεφαλαίου παραμένει, ακριβώς όπως παραμένει η κυριαρχία του καπιταλιστή πάνω στον εργάτη, πίσω από την ισότιμη συναλλαγή της αγοράς εργασίας. Η αντίληψη ότι όλοι έχουμε δικαιώματα αποκρύπτει τις πραγματικές ανισότητες. Όπως είπε κάποτε o Anatole France: “και οι ‘πλούσιοι’ και οι ‘φτωχοί’ έχουν το δικαίωμα να κοιμούνται στους δρόμους.” Όλοι έχουμε το δικαίωμα να αγοράσουμε ένα παλάτι, αλλά δεν έχουμε όλοι τα μέσα για να το κάνουμε. Ως νομική έννοια, τα δικαιώματα συνεπάγονται τη δυνατότητα να τα υπερασπίζεται κανείς και να τα ισχυροποιεί, το οποίο σημαίνει τη διατήρηση της αποξένωσης των ατόμων μεταξύ τους και ως εκ τούτου την αποξένωση μεταξύ ανθρώπων και φύσης, συμπεριλαμβανομένων και των ζώων. Ο αστικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων γίνεται ολοένα και πιο φανερός, δίνοντας έμφαση στα δικαιώματα και τις υπευθυνότητες. Με άλλα λόγια, τα δικαιώματα, ανάλογα με τις συνθήκες, παρέχονται μόνο σε εκείνους που παίζουν το παιχνίδι και μπορούν εξίσου εύκολα να παρθούν πίσω. Τα δικαιώματα είναι μια περιορισμένη αναγνώριση που χορηγείται από τους ισχυρούς στους λιγότερο ισχυρούς και ως τέτοια, “τα δικαιώματα των ζώων” συνεπάγονται τουλάχιστον ένα διαχωρισμό μεταξύ ανθρώπων και ζώων και την αναμφισβήτητη υπεροχή των ανθρώπων. Το τέλος της κακοποίησης των ζώων απαιτεί την καταστροφή της καπιταλιστικής και πράγματι πολιτισμένης σχέσης μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και των ζώων και την αντικατάσταση της όχι με μια αφηρημένη ισότητα (μια καπιταλιστική αντίληψη, όπως η ισότητα στην αγορά, όπου ανταλλάσσονται ανόμοια αγαθά), αλλά με την εκτίμηση της διαφορετικότητας του άλλου ως ένα στοιχείο της κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι απαραίτητο να κινηθούμε πέρα από τα “δικαιώματα των ζώων” ως τέτοια, προκειμένου να παλέψουμε πιο αποτελεσματικά. Οι άνθρωποι χρειάζεται να καταλάβουν γιατί και πώς προκύπτει η εκμετάλλευση των ζώων. Αυτό, όχι γιατί πιστεύουμε ότι όλα πρέπει να αναβληθούν για “μετά την επανάσταση”, αλλά γιατί η πραγματική χειραφέτηση, ζώων και ανθρώπων, αποτελεί μια θεμελιακή κοινωνική αναμόρφωση στην κατεύθυνση του κομμουνισμού. 2.7 Τα ζώα σε μια κομμουνιστική κοινωνία Παρ’ όλο που θεωρούσαμε ορισμένες πτυχές της απελευθέρωσης των ζώων ως εκφράσεις του κομμουνισμού, η εναντίωση στην κακοποίηση των ζώων δεν ταιριάζει πάντα με άλλες πτυχές του κομμουνιστικού κινήματος. Η απελευθέρωση των ζώων “δεν παρουσιάζει απλώς μια όψη του τι φαίνεται να πηγαίνει στραβά με τον καπιταλισμό, το οποίο οι επαναστάτες μπορούν να εντάξουν στο γενικό τους πλάνο για την πάλη των τάξεων. Απαιτεί εξίσου μια συνειδητή επαναστατική διαδικασία και μια συνειδητή επαναστατική κατεύθυνση”(Communist Headache). Σε ορισμένα θέματα μπορεί να υπάρχουν φανερές αντιθέσεις. Για παράδειγμα στη Βραζιλία, ακτήμονες εργάτες καταλαμβάνουν γη που ανήκει σε μεγαλογαιοκτήμονες, την καλλιεργούν και μεγαλώνουν ζώα. Αυτή είναι, επίσης, μια έκφραση του κομμουνιστικού κινήματος. Ωστόσο, το κομμουνιστικό κίνημα δεν είναι μια μονολιθική οντότητα ενωμένη γύρω από μια γραμμή κόμματος. Είναι μια δυναμική ολότητα αποτελούμενη από διαφορετικές και κάποιες φορές αντικρουόμενες δραστηριότητες. Υπάρχουν πολλά θέματα στα οποία πολλές διαφορετικές τοποθετήσεις είναι δυνατές, για παράδειγμα η χρήση τεχνολογίας. Διαφωνίες θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν και σε μια κοινωνία που θα προέκυπτε καθώς το κομμουνιστικό κίνημα θα αναπτυσσόταν, ενώ ο καπιταλισμός θα εξαφανιζόταν σε πολλά μέρη του κόσμου. Ο κομμουνισμός δεν είναι η εφαρμογή μιας ομοιόμορφης κοινωνίας και δεν θα υπήρχε κράτος ή άλλος παρόμοιος μηχανισμός να επιβάλλει, ας πούμε, το vegan-ισμό ακόμη και αν πολλοί άνθρωποι το θεωρούσαν επιθυμητό. Το ζήτημα της συμβίωσης με τα ζώα θα μπορούσε να επιλυθεί με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά μέρη και χρονικές περιόδους. Το κίνημα της απελευθέρωσης των ζώων θα αποτελούσε τη μία θέση του θέματος. Άλλοι θα μπορούσαν να πάρουν διαφορετική θέση, φέρνοντας, ίσως, επιχειρήματα υπερ της ελεύθερης βοσκής, του μη εντατικού περιορισμού της κατσίκας στο αγρόκτημα (παρ’ όλο που αυτή η φαινομενικά ειδυλλιακή εικόνα περιλαμβάνει εξίσου βίαιες πρακτικές, όπως η στείρωση και ο διαχωρισμός των ζώων από τις κοινωνικές τους ομάδες). Πάντως, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το κατεστημένο θα ήταν αστήρικτο και ότι θα συνέβαινε ένας ριζικός μετασχηματισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων ειδών. Με την εξαφάνιση του καπιταλισμού, τα κεκτημένα συμφέροντα της ζωικής βιομηχανίας δε θα υπήρχαν πια. Δεν θα υπήρχε συντονισμένη προπαγάνδα υπερ του κρέατος – η προέλευση των ζωικών προϊόντων δε θα έμενε πια κρυμμένη. Η διαδικασία παραγωγής θα ήταν διάφανη. Οι άνθρωποι θα αποφάσιζαν για το αν θα τρώνε ζωικά προϊόντα στη βάση της πλήρους συνειδητοποίησης των βιολογικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων και του αντίκτυπου στα ζώα, όχι στη βάση της συσκευασίας του super market. Αυτό θα συνέβαινε στο πλαίσιο της διαδικασίας της ριζικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβήτησης πολλών από αυτά που θεωρούνται “φυσιολογικά” στην καθημερινή ζωή. Θα περιμέναμε, επίσης, την εξάλειψη της συστηματικής βίας από τις ανθρώπινες σχέσεις για να δημιουργήσουμε μια γενικά πιο συμπονετική κοινωνία. Ως μέρος του εργοστασιακού συστήματος, οι βιομηχανικές φάρμες θα έπαυαν να υπάρχουν – ποιος θα ήθελε να δουλεύει σ’ αυτές άλλωστε; Θα περιμέναμε επίσης μια κίνηση αποκατάστασης των αγριότοπων και μείωσης της καλλιεργούμενης γης. Όπως έχουμε διαπιστώσει, η παραγωγή τροφής για τα ζώα και στη συνέχεια η κατανάλωση ζώων προϋποθέτει τη χρήση πολύ περισσότερης γης απ’ ότι η καλλιέργεια λαχανικών για κατανάλωση από τους ανθρώπους. Ο ανθρωποκεντρικός ουμανισμός υπήρξε καθοριστικός και για τους ανθρώπους και για τα ζώα: “Ο βάρβαρος περιορισμός των ζώων τελικά εξυπηρετεί μόνο το διαχωρισμό των ανδρών και των γυναικών από τις ίδιες τους τις δυνατότητες” (Σουρεαλιστική ομάδα, την αναφέρει ο Law). Ό,τι ο Camatte αποκαλεί “βιολογική διάσταση της επανάστασης” θα συμπεριλάβει την επανανακάλυψη εκείνων των πτυχών της ανθρωπινότητας (μερικές από τις οποίες έχουν χαρακτηριστεί ζωώδεις) που έχουν παραμεληθεί από το Κεφάλαιο όπως ο ρυθμός, η φαντασία και τα άγρια ένστικτα. Μια συνέπεια αυτού θα ήταν ότι οι άνθρωποι δε θα θεωρούσαν πια τους εαυτούς τους πάντα ανώτερους και διαφορετικούς από άλλα ζώα: “Ο κομμουνισμός...δεν είναι κυριαρχία στη φύση, αλλά συμφιλίωση και συνεπώς αναζωογόνησή της: οι άνθρωποι δε θα αντιμετωπίζουν τη φύση απλά ως ένα μέσο για την ανάπτυξή τους, ως ένα χρήσιμο αντικείμενο, αλλά ως υποκείμενο...όχι διαχωρισμένο απ’ αυτούς και μόνο επειδή έχουν τη φύση μέσα τους”(Camatte). Υστερόγραφο: Αναρχο-πανκ, ALF και η απεργία των ανθρακορύχων – μια ηθικοπλαστική ιστορία από τα 80’s. “Έχω μια αίσθηση που είναι μαζί φόβος και απέχθεια, όταν βλέπω συντρόφους που μισούν το παρελθόν τους ή ακόμη χειρότερα το αποκρύπτουν. Δεν αρνούμαι το παρελθόν μου, για παράδειγμα το εργατίστικο παρελθόν μου, αντιθέτως το παραδέχομαι. Αν πετούσαμε τα πάντα μακριά, θα ζούσαμε σε μια κατάσταση μόνιμης σχιζοφρένειας”(Sergio Bologna, στο βιβλίο του Wright 1996). Αυτός ο απολογισμός του κινήματος από το αναρχοπάνκ στην ταξική πάλη της δεκαετίας του ‘80 βασίζεται πολύ σε δικές μας εμπειρίες. Πιστεύουμε ότι αξίζει να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή είναι επίσης σχετικό με άλλες εποχές και καταστάσεις. Ερωτήματα που αφορούν τα ζώα και το περιβάλλον σχετίζονται συχνά με τις επονομαζόμενες “αντικουλτούρες” και τείνουν να ατονούν καθώς οι άνθρωποι ασχολούνται με πιο παραδοσιακές ριζοσπαστικές πολιτικές. Μπορούμε να δούμε παραλληλισμούς με το μεγάλο αριθμό πολιτικοποιημένων hippies που απορροφήθηκαν από τους Διεθνείς Σοσιαλιστές (τώρα SWP) και άλλες παρόμοιες ομάδες στα τέλη των 60s και στις αρχές των 70s. Και σήμερα ο αριθμός των διαδηλωτών ενάντια στην κατασκευή αυτοκινητοδρόμων που υιοθετούν κομμουνιστικές θέσεις υπογραμμίζει τα λάθη που έγιναν από τη γενιά του 80. Το να υιοθετεί κανείς κομμουνιστικές αναλύσεις μπορεί να είναι ένα βήμα μπροστά, αλλά όχι αν αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείπει οτιδήποτε ήδη ανατρεπτικό στη δράση του. Στις αρχές των 80s το αναρχικό κίνημα στη Βρετανία πήρε την ώθηση που χρειαζόταν έντονα με την εισροή των πολιτικοποιημένων πανκ ακτιβιστών. Η αναρχοπάνκ σκηνή είχε σχέση με μπάντες γνωστές σε όλη τη χώρα, όπως οι Crass, οι Poison Girls και οι Conflict, αλλά και στις επαρχιακές πόλεις (και πράγματι σε όλη την Ευρώπη και μακρύτερα) χιλιάδες άνθρωποι έφτιαχναν συγκροτήματα, έκαναν συναυλίες σε καταλήψεις και γενικά ωρύονταν ενάντια στο σύστημα. Πολιτικά, η έμφαση δινόταν σε μια μίξη ενός τρόπου ζωής-αποχής από το “σύστημα” (άρνηση εργασίας, μποϋκοτάζ σε οτιδήποτε υπάρχει) και της άμεσης δράσης ενάντια σε εταιρίες “πολλαπλού θανάτου”. Το απόγειο στη Βρετανία έφτασε το 1983-84, όταν χιλιάδες άνθρωποι συνέρρευσαν στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου για τις ενέργειες “Stop The City”, οι οποίες στόχευαν ιδιαιτέρως σε φίρμες που σχετίζονταν με το εμπόριο όπλων, την οικολογική καταστροφή και την εκμετάλλευση των ζώων. Η απελευθέρωση των ζώων ήταν σημαντική για το αναρχοπάνκ. Προφανώς, κάθε συγκρότημα είχε ένα τουλάχιστον τραγούδι για το κυνήγι ή τα πειράματα στα ζώα και τα εξώφυλλα των δίσκων απεικόνιζαν ζώα που βασανίζονταν με διάφορους τρόπους. Πολλοί πανκς έγιναν vegan και ρίχτηκαν στον ακτιβισμό υπέρ των ζώων – οι πανκς αποτελούσαν την πλειοψηφία των ομάδων που εμπόδιζαν το κυνήγι. Την ίδια περίοδο, η άμεση δράση του κινήματος για την απελευθέρωση των ζώων έφτασε σε νέα ύψη. Το Μέτωπο Απελευθέρωσης των Ζώων (A.L.F.) είχε ιδρυθεί το 1976 και ως τις αρχές του 1980, επιδρομές για τη διάσωση ζώων από εργαστήρια και ενέργειες οικονομικού σαμποτάζ ενάντια σε στόχους που σχετίζονταν με το κυνήγι, τις βιομηχανικές φάρμες και τα πειράματα στα ζώα γίνονταν ιδιαίτερα συχνά και είχαν μεγάλη υποστήριξη. Η A.L.F. ήταν και παραμένει μια οργάνωση αποκεντρωμένων πυρήνων με μια παράλληλη δράση υποστηρικτών, φέρνοντας τον κόσμο σε επαφή μαζί τους, μοιράζοντας έντυπα και οργανώνοντας την υποστήριξη των φυλακισμένων. Παράλληλα, με τον πυρήνα της οργάνωσης υπήρχε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανθρώπων που δρούσαν, χρησιμοποιώντας το εν λόγω όνομα για σαμποτάζ μικρής έκτασης όπως σπάσιμο παραθύρων και τοποθέτηση κόλλας σε κλειδαριές. Την ίδια εποχή με την A.L.F. υπήρχε μια πιο πλατιά κίνηση άμεσης δράσης, συμπεριλαμβάνοντας ακτιβιστικές ενέργειες (όπως το 1982 όπου 2000 άτομα μπήκαν στο στρατιωτικό εργαστήριο του Porton Down) και μαζικές επιδρομές σε εργαστήρια, όχι τόσο για να απελευθερώσουν τα ζώα, αλλά περισσότερο για να συγκεντρώσουν στοιχεία για το βασανισμό των ζώων. Το 1984 εκατοντάδες άνθρωποι έλαβαν μέρος σε επιδρομές των οργανώσεων της Βόρειας, Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Αγγλίας, σε μεγάλα εργαστήρια εταιριών όπως αυτά της ICI, της Unilever και της Wickham. Προφανώς, η κρατική καταστολή και η ποινικοποίηση του κινήματος εντατικοποιήθηκαν – 25 άτομα φυλακίστηκαν για την επιδρομή στη Unilever. Το 1984 εμφανίστηκε επίσης το διαχρονικότερο και πιο σφοδρών συγκρούσεων επεισόδιο στην ιστορία της ταξικής πάλης (για πολλά χρόνια) στη Βρετανία – η απεργία των ανθρακωρύχων. Η απεργία έθεσε μια μεγάλη και τελειωτική πρόκληση για την αναρχοπάνκ ιδεολογία. Χονδρικά, η συγκεκριμένη κοσμοθεωρία έτεινε να διαιρέσει ηθικά τον κόσμο σε δύο στρατόπεδα, τους καλούς (αυτούς που σκέφτονταν και έπρατταν όπως οι αναρχοπάνκς) και τους κακούς (εκείνους που συνεργάζονταν με το σύστημα). Στην αρχή της απεργίας πολλοί πανκς θα είχαν τοποθετήσει τους ανθρακωρύχους στη δεύτερη κατηγορία – άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς δεν έτρωγαν κρέας και δε μάχονταν μόνο επειδή ήθελαν να δουλέψουν; Αντιμετωπίζοντας την αυξανόμενη πόλωση της κοινωνίας γύρω από την απεργία και την ενθαρρυντική αντίσταση των μαχητικών ανθρακωρύχων, σχεδόν όλοι πέρασαν στην άλλη πλευρά. Οδηγούμενες από τους Chumbawamba που είχαν τη βάση τους στο Leeds (χρόνια πριν τις μέρες του Top of the Pops) οι περισσότερες αναρχο-μπάντες, συμπεριλαμβανομένων των Crass, είχαν παίξει προς όφελος των ανθρακωρύχων μέχρι το τέλος της απεργίας. Η βιαιότητα της απεργίας των ανθρακωρύχων αποδυνάμωσε τον ειρηνικό χαρακτήρα της πανκ σκηνής. Το νέο πνεύμα εκφράστηκε με την εφημερίδα Class War που κυκλοφόρησε το 1983, η οποία συνδύαζε πανκ γραφικά και εικονογράφηση με μία γλώσσα ταξικής βιας και επανάστασης. Η Class War στην αρχή ήταν σαφής ως προς το ότι η απελευθέρωση των ζώων ήταν μέρος του επαναστατικού κινήματος ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Αυτό φάνηκε στην ανοιξιάτικη έκδοση του 1984 με τον τίτλο “Ανοιξιάτικη Επίθεση” ενάντια στους πλουσίους, της οποίας το πρωτοσέλιδο απεικόνιζε έναν κυνηγό αλεπούδων με τον τίτλο “Πλούσιε, γαμημένε μπάσταρδε δε θα γλιτώσεις.” Ένα άρθρο στο ίδιο τεύχος δήλωνε: “Η Class War υποστηρίζει ολοκληρωτικά το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων. Πολλοί από μας είναι ενεργά μέλη των “Σαμποτέρ Κυνηγιού” και παίρνουν μέρος σε επιθέσεις σε εργαστήρια και εταιρίες που κακοποιούν ζώα, σε όλη τη χώρα.” Η Class War έπαιρνε μέρος σε πορείες ενάντια στα πειράματα στα ζώα, καταγγέλλοντας τους γραφειοκράτες της B.U.A.V.(Βρετανική Ένωση για την Κατάργηση των Πειραμάτων σε ζώα) εξαιτίας του φόβου τους για τον όλο και πιο έντονα βίαιο χαρακτήρα του κινήματος απελευθέρωσης των ζώων, για τις παράτολμες επιθέσεις στην ιδιοκτησία και για τις προκλήσεις κατά της αστυνομίας.” Για τα προβλήματα που δημιούργησαν αποκηρύχθηκαν από την B.U.A.V. ως προβοκάτορες μετά τις συγκρούσεις με την αστυνομία στα εργαστήρια της Biorex στο Islington. Η στροφή αυτή του κινήματος προς βίαιες επιθέσεις αντιμετωπίστηκε από την Class War ως μια ελπίδα ότι “αυτές οι επιθέσεις σε εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ζώων θα οδηγήσουν σε βίαιες επιθέσεις και σε άλλους τομείς αυτής της σκατοκοινωνίας.” Παρ’ όλα αυτά καθώς η Class War μετατρεπόταν σε μια εθνική ομοσπονδία (χωρίς μερικά από τα ιδρυτικά της μέλη), υιοθετώντας πιο παραδοσιακές εργατίστικες πολιτικές, η απελευθέρωση των ζώων εξαφανίστηκε από το ιδεολογικό της πλαίσιο. Η αναρχοπάνκ σκηνή άρχισε να καταρρέει. Οι Crass αποσύρθηκαν, ενώ οι επαρχιακές σκηνές κατάντησαν πολλές φορές μίζερες κλίκες. Κάποιοι προσπάθησαν απλά να συνεχίσουν όπως πριν. Μια αναρχοπάνκ σκηνή συνεχίζει μέχρι σήμερα, ακολουθώντας την πολιτική των αρχών της δεκαετίας του 80, περισσότερο σαν μια ρηχή υποκουλτούρα παρά σαν ένα ακμάζον κίνημα. Μερικοί τράβηξαν αυτόν τον τρόπο ζωής στα άκρα, ταξιδεύοντας ή πηγαίνοντας να ζήσουν ως αγρότες στην Ιρλανδία. Άλλοι πέσανε στα ναρκωτικά κι άλλοι απλά τα άφησαν όλα πίσω τους σαν μια νεανική τρέλα. Μερικοί από εκείνους που επικέντρωσαν τη δράση τους στα ζώα εγκλωβίστηκαν από την αυξανόμενη καταστολή και την απομονωμένη μαχητικότητα ενός μικρού αριθμού ακτιβιστών. Η μαζική άμεση δράση σταδιακά αντικαταστάθηκε από σειρά εμπρησμών, απειλές για δηλητηρίαση προϊόντων, ακόμη και με βομβιστικές επιθέσεις των οποίων την ευθύνη αναλάμβανε η Animal Rights Militia. Οι περισσότεροι (πρώην) αναρχοπάνκς που παρέμειναν πολιτικά ενεργοί ακολούθησαν τελείως διαφορετική κατεύθυνση, ανακαλύπτοντας από την αρχή νέες μορφές ταξικής πάλης. Η Class War επωφελήθηκε απ’ αυτό, αλλά κυρίως όλα τα ρεύματα του ελευθεριακού/κομμουνιστικού χώρου, γιατί δέχτηκαν νέο αίμα, συμπεριλαμβανομένων του αναρχοσυνδικαλιστικού Κινήματος Άμεσης Δράσης, της Αναρχο-Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και τις διάφορες ακροαριστερές και μετακαταστασιακές τάσεις. Από την οπτική γωνία του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού κινήματος αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μεγάλο βήμα μπροστά, συνδυάζοντας την ανατρεπτική φαντασία της αναρχοπάνκ σκηνής, μαζί με μια καθαρότερη ερμηνεία του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Όμως, αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα, οι περισσότεροι άνθρωποι απλά εγκατέλείψαν τις προηγούμενες απόψεις τους και υιοθέτησαν πιο παραδοσιακές αναρχικές ή μαρξιστικές ιδεολογίες στο σύνολό τους. Το στυλ κουρέματος, τα ρούχα και το διαιτολόγιο άλλαξαν απότομα, καθώς οι άνθρωποι υιοθέτησαν την αδιέξοδη ταυτότητα της εργατικής τάξης από την οποία τόσο είχαν προσπαθήσει νωρίτερα να ξεφύγουν. Τα ζώα δεν ενδιέφεραν πλέον και, αν όχι οτιδήποτε άλλο, το να τρώει κανείς κρέας έδινε το στίγμα του “συνηθισμένου ανθρώπου.” Μερικοί “Vegan Police” που είχαν καταδικάσει ηθικιστικά άλλους, επειδή έτρωγαν κρέας, τώρα ασκούσαν κριτική στους χορτοφάγους, επειδή δεν έτρωγαν κρέας. Το διαιτολόγιο άλλαξε, αλλά η συμπεριφορά της αυθεντίας παρέμεινε η ίδια. Το ενδιαφέρον για τα ζώα χλευάστηκε ως μεσοαστικό και φιλελεύθερο. Αυτές οι απόψεις συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις αντιλήψεις πολλών ριζοσπαστών σήμερα, κυρίως εκείνων που η πολιτική τους συνείδηση ανατρέχει πίσω στο 1980 και τη διάλυση της αναρχοπάνκ σκηνής. Κοιτάζοντας πίσω, αυτό που μπορούμε να πούμε για τις εξελίξεις στη δεκαετία του ‘80 είναι ότι αντιπροσωπεύουν μια μετακίνηση από το ένα μπερδεμένο πλέγμα ιδεών στο άλλο. Οι άνθρωποι δεν αποτελούσαν ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο “εργατική τάξη”, όταν υιοθέτησαν τυφλά το μοντέλο της προλεταριακής κουλτούρας απ’ ό,τι όταν ήταν πανκς. Το να είναι κανείς μέλος της εργατικής τάξης δεν είχε να κάνει με το ντύσιμο, την τροφή ή τον τρόπο έκφρασης, είχε να κάνει με μια ζωή που κυριαρχείται από τη δουλειά (αυτό δεν αφορά μόνο μισθωτούς, αλλά και άνεργους των οποίων οι συνθήκες ύπαρξης καθορίζονται από την σχέση με την αγορά εργασίας). Το γεγονός ότι οι πρώην πανκς άρχισαν να τρώνε κρέας συνοδεύτηκε από τη μετατροπή του πασιφισμού σε υπεράσπιση της βίας και του τρόμου, σε σημείο οι θερμόαιμοι, βίαιοι κομμουνιστές να υπερασπίζουν την κόκκινη τρομοκρατία. Αλλά αυτό που ήταν και είναι αναγκαίο δεν είναι η αντικατάσταση μιας λανθασμένης θέσης με το αρνητικό της, αλλά η σύνθεση που προχωρά πέρα από τον αντικατοπτρισμό των αντίθετων θέσεων. Οι αναρχικοί της πάλης των τάξεων αναγνώρισαν ότι οι θεμελιώδεις κοινωνικές συγκρούσεις διαμορφώνουν τις εμπειρίες του κόσμου, αλλά η κριτική τους σπάνια επεκτεινόταν πέρα από ένα κάλεσμα προς την εργατική τάξη να ελέγξει τα πράγματα, τις μονάδες παραγωγής, τα σφαγεία και τα υπόλοιπα. Συνεπώς, γι’ αυτούς το πρόβλημα με τα McDonald’s ήταν ότι δεν διοικούνταν δημοκρατικά σε μια μη κερδοσκοπική βάση. Παρά την ατομικιστική και ηθικιστική έμφαση, οι αναρχοπάνκς άσκησαν μια ευρύτερη κριτική στον καπιταλισμό ως τρόπο ζωής. Αρνήθηκαν να δουν τα προϊόντα στα ράφια των super markets ως αυτά που φαινόταν ότι ήταν, ενώ μερικές φορές εντόπιζαν μανιωδώς την αλυσίδα της ανθρώπινης και ζωικής αφαίμαξης που οδηγεί στο hamburger. Και παρ’ όλο που είχαν μια πιο ενιαία αντίληψη του κόσμου, πολλοί αναγεννημένοι αναρχικοί της ταξικής πάλης είχαν στην πραγματικότητα μια λιγότερο ανατρεπτική σκέψη για τον κόσμο απ’ ό,τι παλιότερα. Το αναρχοπάνκ περιελάμβανε μια ρεαλιστική κριτική για τα πράγματα όχι απλά στο επίπεδο της άμεσης δράσης αλλά και στην ανάπτυξη διαφορετικών τρόπων παρέμβασης, όπως η δημιουργία εναλλακτικής προώθησης και διάθεσης μουσικής. Για πολλούς αναρχικούς της ταξικής πάλης η δημιουργία ανατρεπτικών σχέσεων με τους ανθρώπους αναβαλλόταν ατελείωτα για μετά την επανάσταση ή τουλάχιστον μέχρι την επόμενη εφημερίδα που θα πουλούσαν. Μπορούμε να δούμε την αναζοπύρωση παραδοσιακών εργατίστικων πολιτικών ως επαναπροσδιορισμό της ριζικής αμφισβήτησης της ζωής στον καπιταλισμό. Η απελευθέρωση των ζώων μπορεί να έχει γραφτεί μέσα από προσωπικές βιογραφίες και πολιτικές ιστορίες της επαναστατικής πολιτικής, αλλά θα υποστηρίζαμε ότι αποτέλεσε σημαντική συνεισφορά στη δημιουργία του κομμουνιστικού κινήματος. Έχει εφοδιάσει τους ανθρώπους με μια ποικιλία πρακτικών δεξιοτήτων, που μπορούν να εφαρμοστούν σε διαφορετικές καταστάσεις. Επίσης, έχει βοηθήσει στο να τεθεί το θεμελιώδες κοινωνικό ζήτημα της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του υπόλοιπου φυσικού κόσμου.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (1) Ενδεικτική για το πως νοούν την έννοια του κομμουνισμού οι εκδότες του κειμένου, είναι μια δική τους επεξήγηση στην ιστοσελίδα τους: “Ο κομμουνισμός δεν είναι, για μας, μια τάξη πραγμάτων που θέλουμε να εγκαθιδρύσουμε, δεν είναι ένα ιδανικό στα μέτρα του οποίου θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό το πραγματικό κίνημα που αποσυνθέτει την παρούσα κοινωνική κατάσταση. Οι όροι αυτού του κινήματος είναι αποτέλεσμα προϋποθέσεων οι οποίες ήδη υπάρχουν.” “Η Γερμανική Ιδεολογία” K. Marx και F. Engels (2) Εδώ γίνεται αναφορά σε μια από τις θεμελιακές κατευθυντήριες γραμμές της θεωρίας του John Zerzan, σύμφωνα με την οποία πρωταρχική αιτία για τα δεινά της ανθρωπότητας είναι η εμφάνιση της γεωργίας. (3) vegan: Κάποιος που αρνείται συνολικά τη χρήση ζωικών προϊόντων (σε τομείς όπως διατροφή, ένδυση, καλλυντικά κλπ.). Ως εκ τούτου, vegan-ισμός είναι το κίνημα που υποστηρίζει αυτό τον τρόπο ζωής. (4) ο γνωστός κιθαρίστας των Beatles, γνωστός επίσης και για την ηθικιστική αντιμετώπιση του ζητήματος των ζώων.
ΠΗΓΕΣ · Adams, Carol (1990), The sexual politics of meat. · Animal magazine (1998, no.3), The battle of Hillgrove. · Animal magazine (1998, no.3), New Alliances on the Right. · Arkangel magazine (1999, no.21), Feminists for Animal Rights. · Aufheben magazine (1995, no.4), Kill or chill: analysis of the opposition to the Criminal Justice Bill. · Baker, Steve (1993) Picturing the Beast: Animals, identity and the presentation. · Barthes, Roland (1972) Mythologies. · Camatte, Jacques (1995), This world we must leave and other essays. · Collectivities (1997), A Ballad against Work. · Colley, Linda (1994) Britons: forging the nation 1707-1837. · Communist Headache magazine (1995) On Speciesism. · Critical Art Ensemble (1998) Flesh Machine: cyborgs, designer babies and new eugenic consciousness. · Dalla Costa, M (1998) The native in us, the earth we belong to in Common Sense no.23 · Dauve, Gilles and Martin, Francois (1998), The eclipse and re-emergence of the communist movement. · Detienne, Marcel (1979) Dionysus Slain · Do or Die! – voices from Earth First! (no.5), Shoreham: live exports and community defence. · Ehrenberg, Margaret (1989) Women in Prehistory · Hodder, Ian (1990), The Domestication of Europe: structure and contingency in neolithic societies. · Horniman Museum (1999), African worlds exhibition. · Information on Ireland (1984), Nothing but the same old story: the roots of anti-Irish racism. · Law, Larry (1982), Spectacular Times: Animals. · Linebaugh, Peter (1991), The London Hanged: Crime and Civil Society in the Eighteenth Century. · Lowry, B and E.E. Gunter, EE, eds. (1981), The red virgin: memoirs of Louise Michel. · Marx, Karl (1844), Economic and Philosophical Manuscripts. · Marx, Karl (1867), Capital, volume one. · Moore, R.I. (1985) Origins of European Dissent · Os Cangaseiros (1989?), Everything that moves on the earth is governed by blows. · Perlman, Fredy (1983), Against His-story, against Leviathan! · Reclus, Elisee (reprinted 1996), The great kinship of humans and fauna. · Rifkin, Jeremy (1994), Beyond Beef. · Ritvo, Harriet (1987), The Animal Estate: the English and Other Creatures in the Victorian Age. · Serpel, James (1996), In the company of animals: a study of human-animal relationships. · Spencer, Colin (1995), The Heretic’s Feast: a history of vegeterianism. · Thomas, Keith (1983), Man and the Natural World: changing attitudes in England, 1500-1800. · Wangford, Hank (1995) The Lost Cowboys. · Wright, Steve (1996), Negri’s Class Analysis: Italian Autonomist Theory in the Seventies in Reconstruction 8, Winter/Spring 1996. · Zerzan, John (1994), Future primitive and other essays.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ “BEASTS OF BURDEN” ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “UNDERCURRENT” Αυτό το κείμενο δημοσιεύτηκε πρόσφατα με το συγκεκριμένο σκοπό να διαβαστεί από «...ανθρώπους οι οποίοι ενδιαφέρονται για την απελευθέρωση των ζώων και οι οποίοι θέλουν να εξετάσουν τους λόγους ύπαρξης της εκμετάλλευσής τους, καθώς και τους τρόπους καταπίεσης...», αλλά και «...από αυτούς που χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους ως αναρχικούς ή κομμουνιστές οι οποίοι είτε απορρίπτουν την απελευθέρωση των ζώων ολοκληρωτικά είτε είναι προσωπικά συμπαθούντες χωρίς να θεωρούν ότι σχετίζεται με την ευρύτερη πολιτική τους στάση». Το βασικό επιχείρημα στο κείμενο είναι ότι η εκμετάλλευση των ανθρώπων και των ζώων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και ότι ο αγώνας για τον κομμουνισμό είναι αδιαχώριστος από τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση των ζώων. Σε γενικές γραμμές το κείμενο είναι πολύ καλό. Ανιχνεύει την ιστορία της εκμετάλλευσης των ζώων και επιχειρεί να την συνδέσει με την ιστορία της εκμετάλλευσης των ανθρώπων από το Κεφάλαιο (και όχι μόνο). Διάφορες έγκυρες παρατηρήσεις γίνονται: η πρακτική της εκμετάλλευσης των ζώων συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες του Κεφαλαίου και τη συνεχή τάση του για κέρδος, αντί να θεωρείται μια αφηρημένη «κακία» των ανθρώπων γενικά ενάντια στα ζώα. Πιο συγκεκριμένα, ο συγγραφέας αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός ευδιάκριτου κοινού σημείου μεταξύ της εκμετάλλευσης των ανθρώπων και των ζώων, η οποία ύστερα τοποθετείται σαν αποτέλεσμα της κυριαρχίας του Κεφαλαίου πάνω στις ζωές μας και της καθυπόταξης κάθε ανθρώπινης και ζωώδους ανάγκης στις επιταγές της αξιοποίησης. Έτσι, λέει σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας: «...με τα ζώα όπως και με τους ανθρώπους, το εργοστασιακό σύστημα στοχεύει στην παρεμπόδιση των κινήσεων του σώματος με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους», ή παραπέρα, «...τόσο τα ζώα όσο και οι άνθρωποι τυγχάνουν μιας μεταχείρισης ως ένα αδρανές, μη σκεπτόμενο ον, του οποίου οι δημιουργικές, σωματικές, συναισθηματικές ανάγκες αγνοούνται...». Παραπέρα, η πρακτική της μαζικής εξόντωσης συνδέεται με τη μεταχείριση των «μη-παραγωγικών» και «άχρηστων» (από την σκοπιά του Κεφαλαίου) ανθρώπων ή ζώων. Η ζωοτομία, αυτή η αηδιαστική πρακτική του μοντέρνου καπιταλισμού, συνδέεται άμεσα με τα συγκεκριμένα συμφέροντα του Κεφαλαίου, ενώ οι φαρμακευτικές έρευνες (είτε αυτές χρησιμοποιούν πειραματόζωα είτε όχι) αποκαλύπτονται ως αυτό που πραγματικά είναι: μια επιχειρηματική κερδοφόρα διαδικασία κατά την οποία: «...θα προτιμούσαν να αφήσουν τους ανθρώπους να πεθάνουν από το να επιτρέψουν τα πατενταρισμένα προϊόντα τους να διατεθούν σε μια μη κερδοσκοπική βάση». Επιπλέον, η εκμετάλλευση των ζώων επιδεικνύεται ως άμεσα συσχετισμένη με την αυτο-προβολή του Κεφαλαίου μέσω του φετιχισμού του εμπορεύματος. Τονίζονται τόσο το γεγονός ότι τα ζώα θεωρούνται μονάχα εμπορεύματα με μια «φυσιολογική» ανταλλακτική αξία προσκολλημένη πάνω τους, αντί να θεωρούνται ζωντανοί οργανισμοί (όπως και οι άνθρωποι), όπως επίσης και οι τρόποι μέσω των οποίων οι διαφημιστές του Κεφαλαίου επιτυγχάνουν να αποκρύψουν αυτή την πραγματικότητα (...χοιρινό όχι γουρούνι, μπιφτέκι όχι αγελάδα). Φτάνοντας σε μια ανάλυση των πολιτικών αγώνων, κριτικάρονται σκληρά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του κινήματος για την απελευθέρωση των ζώων. Η πρακτική του μποϋκοτάζ συγκεκριμένων εταιριών λόγω της συνεισφοράς τους στην εκμετάλλευση των ζώων απορρίπτεται σωστά ως μια λανθασμένη άποψη η οποία αγνοεί την ολότητα του Κεφαλαίου, ενώ η σιχαμένη πρακτική της επίθεσης σε εργάτες που δουλεύουν σε εργοστάσια με ζώα ως συνυπεύθυνοι για την κακομεταχείριση των ζώων αποδεικνύει μια «...έλλειψη κατανόησης της δυναμικής της σημερινής κοινωνίας, μια έλλειψη ταξικής ανάλυσης...». Τέλος, ο συγγραφέας γρήγορα απορρίπτει οποιαδήποτε έννοια των «δικαιωμάτων των ζώων» με το ίδιο σκεπτικό με το οποίο τα «ανθρώπινα δικαιώματα» απορρίπτονται ως ένα καπιταλιστικό δημιούργημα, που στόχο έχει την απόκρυψη των υπαρχουσών ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης, και ως μια θεσμική εφεύρεση για την διευκόλυνση της κυριαρχίας του Κεφαλαίου». Όμως, πέρα από αυτές τις έγκυρες παρατηρήσεις, συναντήσαμε ένα σωρό προβλήματα στο κείμενο, ειδικά στα σημεία που προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι «...η ανάπτυξη και συντήρηση του καπιταλισμού ως ένα σύστημα το οποίο εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους εξαρτάται κατά κάποιο τρόπο από την κακομεταχείριση των ζώων». Ανιχνεύοντας την ιστορία της εκμετάλλευσης των ζώων, ο συγγραφέας κάνει το σχόλιο ότι στις πρωτόγονες κοινωνίες, οι άνθρωποι ήταν βασικά χορτοφάγοι, προσπαθώντας, έτσι, να υπονοήσει ότι υπάρχει κάτι το φυσιολογικό στην επιλογή αυτού του είδους διατροφής. Όμως, δεν αναγνωρίζει ότι στις περισσότερες πρωτόγονες κοινωνίες οι περισσότερες συνήθειες καθορίζονταν από αναγκαιότητα και όχι από μια συνειδητή και ηθική επιλογή. Μια τελείως αδικαιολόγητη μυθοποίηση των πρωτόγονων κοινωνιών επακολουθεί από αυτή τη λογική, οδηγώντας τον συγγραφέα στο να πει ότι «...(οι πρωτόγονες) κοινότητες ζούσαν τυπικά σε μια αρμονική σχέση με το περιβάλλον, ήταν ο κόσμος τους και ο εφοδιαστής τους και δεν είχαν κανένα συμφέρον να το καταστρέψουν, με το να εξαφανίζουν, για παράδειγμα, είδη ζώων». Ξανά, ο συγγραφέας, λανθασμένα, μυθοποιεί την πρωτόγονη κοινωνία παρουσιάζοντας μονάχα ένα χαρακτηριστικό της και αγνοώντας το γεγονός ότι αυτή η «αρμονική» σχέση ήταν επίσης επικίνδυνη, περιοριστική και επιβεβλημένη από μια αναγκαιότητα από την οποία δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε σήμερα. Τα άγρια χαρακτηριστικά των ζώων της περιόδου αυτής, τα οποία ο συγγραφέας χαιρετίζει ως θετικά, συνέβαλαν επίσης στο φόβο των ανθρώπων ότι θα τους φάνε και ήταν μερικώς υπεύθυνα για την επιλογή των ανθρώπων να «εξημερώσουν» τόσο τους εαυτούς τους όσο και κάποια ζώα. Επίσης, το επιχείρημα ότι η αρμονική σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, τους οδήγησε στο να αποφύγουν την καταστροφή του, υπονοεί ότι οι «άνθρωποι» (γενικά) σήμερα έχουν λόγο να καταστρέψουν το περιβάλλον, μια στάση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας συγχέει αργότερα την καταστροφή του περιβάλλοντος με τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας και όχι με την συμπεριφορά των «ανθρώπων» γενικά. Σε κάποιο άλλο σημείο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια φράση του Jacques Cammate ο οποίος υποστηρίζει ότι «...μέσα από την κτηνοτροφία ξεπήδησε τόσο η έννοια της ιδιοκτησίας όσο και της ανταλλακτικής αξίας», μια άποψη η οποία λανθασμένα υπονοεί ότι η ανταλλακτική αξία (δηλ. Ο τρόπος παρουσίας των πραγμάτων τα οποία παράγονται ως εμπορεύματα) υπήρχε πολύ πριν η παραγωγή γίνει γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Γίνεται όλο και περισσότερο προφανές ότι, αναλύοντας την καταγωγή της κακομεταχείρισης των ζώων, ο συγγραφέας υπερδιογκώνει την έκτασή της και καταλήγει σε επιχειρήματα όπως: «...Από τα πρώιμα στάδια της εξημέρωσης η κατανάλωση του κρέατος ήταν μια εξόφθαλμη προβολή της κυρίαρχης εξουσίας» (δική μας έμφαση), υπονοώντας ότι ακόμα σήμερα αποδίδεται η ίδια κοινωνική καταξίωση στην κατανάλωση κρέατος. Επιπλέον, αυτή η υπερβολή φτάνει σε γελοία επίπεδα, όταν ο συγγραφέας υπονοεί ότι ακόμα και η πρακτική του πολέμου μεταξύ των ανθρώπων κατέστη δυνατή, επειδή η εξημέρωση των ζώων απέδωσε αξία στην ιδιοκτησία τους. Το γεγονός ότι η σύγκρουση γύρω από πράγματα αξίας ήταν η καταγωγή των πολέμων μεταξύ των ανθρώπων δεν έχει (εμφανώς) καμία σχέση με το τί ακριβώς ήταν αυτά τα πράγματα. Αυτή η αντιστροφή υποκειμένου και αντικειμένου ξαναγίνεται από τον συγγραφέα, όταν υποστηρίζει ότι η πρωτόγονη συσσώρευση εξαρτιόταν αρχικά από την βιομηχανία ζώων, υπό την έννοια ότι οι αγρότες εκδιώχθηκαν από την γη τους, ώστε να κάνουν χώρο για τα πρόβατα. Παρ’ όλο που η πρωτόγονη συσσώρευση (Κεφαλαίου) μπήκε σε κίνηση με την εκδίωξη των αγροτών από τη γη, το να υποστηρίζει κανείς ότι «η βιομηχανία ζωικών προϊόντων ήταν ο μοχλός εκκίνησης της πρωτόγονης συσσώρευσης, χωρίς τον οποίο τα περαιτέρω κέρδη της άρχουσας τάξης (η δημιουργία του προλεταριάτου, η πρόσβαση σε ορυκτό πλούτο, κλπ.) πιθανόν να μην είχαν καν επιτευχθεί, απλά έχει ως αποτέλεσμα να αποκρύπτεται η προέλευση του καπιταλισμού». Το γεγονός ότι τα πρόβατα έτυχε να είναι ζωτικά για την πρωτόγονη συσσώρευση στα αρχικά της στάδια δε σημαίνει με κανένα τρόπο ότι ο καπιταλισμός δε θα είχε αναπτυχθεί, εάν τα ζώα δε θεωρούνταν εμπορεύματα. Φτάνοντας σε μια περισσότερο επίκαιρη ανάλυση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, ο συγγραφέας τονίζει ότι «...η ανάπτυξη των εργοστασίων για ανθρώπους στη μοντέρνα περίοδο επηρεάστηκε από τη μεγάλη ιστορία της εργοστασιακής καλλιέργειας», και ότι «...η καταγωγή της αλυσίδας παραγωγής βρίσκεται στις αμερικάνικες αποθήκες συσκευασίας μπιφτεκιού στα τέλη του 19ου αιώνα». Το ότι η αλυσίδα παραγωγής ξεκίνησε από έναν τομέα της παραγωγής και ύστερα εξαπλώθηκε σε άλλους λόγω της αποτελεσματικότητάς της στον εκμοντερνισμό της καπιταλιστικής παραγωγής, δε μας λέει τίποτα σε σχέση με το συγκεκριμένο προϊόν αυτού του τομέα παραγωγής. Και παρ’ όλο που μπορεί να ισχύει το γεγονός ότι «...o Henry Ford αναγνώρισε ότι η ιδέα για την αλυσίδα παραγωγής στην αυτοκινητοβιομηχανία ‘προήλθε γενικά από τον ιμάντα με αναρτημένα τσιγκέλια που χρησιμοποιούσαν οι συσκευαστές κρέατος στο Σικάγο’», αυτό είναι τελείως άσχετο. Το γεγονός ότι η πρώτη βιομηχανία που χρησιμοποίησε την αλυσίδα παραγωγής για να οργανώσει την εργασία είχε σχέση με τα ζώα δε σημαίνει ότι δε θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε άλλη βιομηχανία. Δεν υπάρχει τίποτε εγγενές στη βιομηχανία ζωικών προϊόντων το οποίο να τη χαρακτηρίζει ως την τελευταία λέξη των τεχνολογικών/εκμεταλλευτικών εκμοντερνισμών του εργοστασιακού συστήματος και συνεπώς η σύνδεση μεταξύ της ανάπτυξης του εργοστασιακού συστήματος και της κακομεταχείρισης των ζώων μας φαντάζει, τουλάχιστον, άκρως συμπτωματική. Εξετάζοντας το κίνημα απελευθέρωσης των ζώων, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι το κατ’ εξοχήν ανατρεπτικό στις πρακτικές του, κάτι το οποίο βασίζεται στο ότι «...έχοντας επιχειρηματολογήσει για τον κεντρικό ρόλο που παίζουν τα ζώα στον καπιταλισμό, ένα κίνημα το οποίο αμφισβητεί τη θέση των ζώων δεν μπορεί παρά να απειλεί το Κεφάλαιο». Εάν, όμως, η κεντρικότητα αυτή δεν ισχύει, το επιχείρημα χάνει την αξία του και καταρρέει. Κατά κάποιο τρόπο είναι, όντως, σωστό να λέγεται ότι «...το να σώζει κανείς τα ζώα που απειλούνται από πρόωρο θάνατο επιτίθεται στην λογική του Κεφαλαίου, εφόσον καταργεί τη θέση τους ως αγαθά, εμπορεύματα και πρώτες ύλες, επανατοποθετώντας τα ως ζωντανά όντα έξω από το σύστημα παραγωγής και ανταλλαγής». Από μια πλευρά, όμως, το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις κλοπές από μαγαζιά, μια πρακτική η οποία, με παρόμοιο τρόπο, καταργεί την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων και επαναφέρει (κατά μία έννοια) την χρηστική τους αξία. Όμως, δε θα ήταν λογικό να ισχυριστεί κανείς ότι το Κεφάλαιο απειλείται από αυτό. Όσο θετικό και αν είναι να κλέβει κανείς από μαγαζιά, αυτό που εκφράζει τελικά είναι μια ανάγκη για «τσάμπα κατανάλωση» των υπάρχοντων εμπορευμάτων και όχι μια ανατρεπτική σχέση με το σύστημα παραγωγής εμπορευμάτων. Η απαλλοτρίωση κάποιων εμπορευμάτων δεν αποτελεί το αρχικό στάδιο προς μια γενικευμένη κριτική του Κεφαλαίου στην ολότητά του και το να σώζει κανείς ζώα από ένα εργαστήριο δεν αποτελεί εισιτήριο προς μια επαναστατική συνείδηση περισσότερο απ’ ό,τι από ένα σωρό άλλες καταστάσεις, οι οποίες μπορεί και να συμβούν σε περιβάλλον όπου η κατανάλωση κρέατος δεν κατακρίνεται. Σε σχέση με το γενικό επιχείρημα ότι τα ζώα και οι άνθρωποι υφίστανται την ίδια κακομεταχείριση από το Κεφάλαιο και ότι η εκμετάλλευση των ζώων είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εκμετάλλευση των ανθρώπων, καθώς και τα δύο θεωρούνται εμπορεύματα, δε γίνεται κάποια ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ του αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο Κεφάλαιο και του αγώνα για την απελευθέρωση των ζώων . Κανείς δεν αρνείται ότι τα ζώα υφίστανται κακομεταχείριση και ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της εμπορευματοποίησής τους. Αλλά αυτή η συνειδητοποίηση δεν οδηγεί στην ταύτιση του αγώνα για την απελευθέρωση των ζώων με το κίνημα του κομμουνισμού (1). Με άλλα λόγια, ενώ όντως αποδείχθηκε ότι η κακομεταχείριση των ζώων είναι αποτέλεσμα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, διαβάζοντας το κείμενο αυτό, δεν μας έπεισε ως προς την αδιάσειστη σχέση μεταξύ του αγώνα για κομμουνισμό και αυτού για την απελευθέρωση των ζώων. Απλά, επαναπροσδιόρισε το γεγονός ότι τόσο τα ζώα όσο και οι άνθρωποι αποτελούν, για το Κεφάλαιο, εμπορεύματα. Ο κομμουνισμός είναι, όντως, η συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση και το τέλος της κυριαρχίας του ενός πάνω στον άλλο. Όμως, τα επιχειρήματα τα οποία βρίσκουμε στο κείμενο ποτέ δεν καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τον ηθικοπλαστισμό που εμπεριέχεται τόσο στην ιδεολογία περί απελευθέρωσης των ζώων όσο και στις πρακτικές του κινήματος, ασχέτως του ότι μπόρεσε να καταδείξει ότι η εκμετάλλευση των ζώων είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Στις εποχές όπου η επαναστατική πρακτική είναι εμφανώς απούσα από την καθημερινή μας ζωή, όπου το κίνημα το οποίο καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες μοιάζει να είναι σε μια (προσωρινή) υποχώρηση και το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων (και όχι οι ταξικοί αγώνες) να αυξάνει συνεχώς τα μεγέθη του, το κείμενο αυτό μοιάζει εκτός τόπου. Εκτός, βέβαια, εάν καταφέρει να πείσει ακτιβιστές της απελευθέρωσης των ζώων να επαναπροσδιορίσουν τον ταξικό χαρακτήρα της εκμετάλλευσης των ζώων και έτσι να εστιάσουν τις επιθέσεις τους ενάντια στην κοινωνία η οποία γεννάει τέτοιου είδους πρακτικές και όχι μονάχα σε μια από τις εκφάνσεις της.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (1) Σε κάποιο σημείο του κειμένου, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι «...η Μαρξιστική πολιτική οικονομία ενστερνίστηκε το αναγεννησιακό μοντέλο της κυριαρχίας επί της φύσης στην καθολικότητά του, αντιλαμβανόμενο το φυσικό κόσμο σαν μια απεριόριστη πρώτη ύλη για τη βιομηχανική ανάπτυξη», ενώ με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τη συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, «..κάποιοι κομμουνιστές ξεκίνησαν να κριτικάρουν αυτό το μοντέλο». Στην πραγματικότητα, υπήρχαν κομμουνιστές οι οποίοι κριτίκαραν και πολέμησαν εναντίον αυτού του σταλινικού μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο ταύτιζε την επανάσταση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την εκβιομηχάνιση, πολύ πριν την καταστροφή του περιβάλλοντος, ενώ για τον Μarx ο κομμουνισμός «...σαν πλήρως ανεπτυγμένος νατουραλισμός, ίσον ανθρωπισμός, και σαν πλήρως ανεπτυγμένος ανθρωπισμός ίσον νατουραλισμός» (Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ “UNDERCURRENT”
Σας ευχαριστούμε που δημοσιεύσατε το “Beasts of Burden” και κάνατε μερικά ενδιαφέροντα σχόλια γι’ αυτό. Εκπλαγήκαμε ευχάριστα από το πόσο θετικά άρχισε η κριτική σας. Επίσης, ένα σχόλιο που θα θέλαμε να κάνουμε είναι ότι το φυλλάδιο “Beasts of Burden” ήταν μια συλλογική προσπάθεια και όχι δουλειά ενός μόνο συντάκτη, όπως συμπεραίνετε από την κριτική σας. Μια παράλειψη του άρθρου σας ήταν η οποιαδήποτε ένδειξη για το πώς οι αναγνώστες σας θα ήταν σε θέση να προμηθευτούν το φυλλάδιο. Αυτό διατίθεται δωρεάν από το Antagonism, BM Mahno London VCIN 3XX UL και επίσης είναι στο δίκτυο στο site www.geocities.com/antagonism, καθώς και στο site www.geocities.com/capitol hill /senate7672. Εσείς και οι αναγνώστες μας θα μπορούσατε επίσης να έχετε υπόψη σας ένα γράμμα για την απελευθέρωση των ζώων γραμμένο από μια ομάδα Γάλλων αναγνωστών του Beasts of Βurden και το οποίο βρίσκεται στη διεύθυνση www.geocities.com /troplon. H απάντηση μας σε αυτό το γράμμα θα φιλοξενηθεί στο site μας. Εκπλαγήκαμε κάπως δυσάρεστα που δεν αναφερθήκατε στο υστερόγραφο, στο οποίο κάναμε σχόλια για την ανάπτυξη του κινήματος άμεσης δράσης (direct action movement). Έχετε γράψει διάφορα άρθρα γι’ αυτό το θέμα και θα μας ενδιέφερε η απάντησή σας. Τώρα, όσον αφορά αυτό που γράψατε: Μέρος της κριτικής σας, η οποία είναι αναμφισβήτητα έγκυρη, είναι ότι παρουσιάσαμε μια υπερβολικά ρομαντική άποψη του πρωτόγονου κομμουνισμού. Θέλουμε να αντιταχθούμε σε όποια ιδεολογία ανέχεται την τωρινή τάξη πραγμάτων, αλλά δε θα θέλαμε να το παρατραβήξουμε υπερασπιζόμενοι τις αρχικές κομμουνιστικές κοινωνίες. Ισχυρίζεστε ότι ο συγγραφέας υπογραμμίζει πως στις πρωτόγονες κοινωνίες οι άνθρωποι ήταν αρχικά χορτοφάγοι, συνεπώς προσπαθούσε να αποδείξει ότι υπάρχει κάτι φυσικό στην επιλογή αυτού του τρόπου ζωής. Αυτό είναι τελείως λάθος. Αναφέρουμε ότι οι πρώτοι άνθρωποι ήταν κατά βάση χορτοφάγοι, όχι για να υπονοήσουμε ότι η χορτοφαγία ήταν φυσική επιλογή, αλλά για να δείξουμε ότι η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων είναι καθορισμένη ιστορικά και κοινωνικά, όχι φυσικά, συνεπώς μπορεί να μεταβληθεί. Συχνά, ακούμε ότι διάφορες πτυχές αυτής της κοινωνίας είναι φυσικές: ο ανταγωνισμός, η κυριαρχία του αρσενικού, ο ρατσισμός, η ευρεία κατανάλωση κρέατος. Θέλουμε να δείξουμε ότι αυτά τα φαινόμενα είναι καθορισμένα κοινωνικά, συνεπώς μπορούν να αλλάξουν. Ένα άλλο σημείο στο οποίο φαίνεται να μην έχετε καταλάβει τις προθέσεις μας είναι εκεί που αναφέρετε πως ο ισχυρισμός ότι οι αρμονικές σχέσεις των ανθρώπων με τη φύση τους οδήγησε στο να μην την καταστρέφουν, υπονοεί ότι γενικά οι άνθρωποι σήμερα έχουν συμφέρον να καταστρέφουν το περιβάλλον. Αυτό δείχνει ότι έχετε εντελώς παρανοήσει αυτό που γράψαμε. Όταν αναφερόμαστε στην ανθρωπότητα μιλώντας για το παρελθόν, αναφερόμαστε ειδικά σε μια κομμουνιστική, μη ταξική κοινωνία. Το να ισχυρίζεστε ότι κάνοντάς το αυτό, ξεχνάμε ότι η σημερινή μορφή της κοινωνίας είναι ταξική, είναι ανοησία. Βρίσκουμε μερικά από τα σχόλιά σας λίγο απογοητευτικά. Στις πρώτες τρεις παραγράφους της σελίδας 30 –στο τεύχος του περιοδικού “Undercurrent” σ.τ.μ- (που αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της κριτικής σας) κάνετε τρεις φορές ουσιαστικά την ίδια παρατήρηση, ότι δηλαδή παρ’ όλο που ένα μέρος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης έχει τις ρίζες του στην εκμετάλλευση των ζώων, αυτό δεν είναι απαραίτητα η ουσία της υπόθεσης. Αυτό είναι κάπως ενοχλητικό, καθώς έχουμε ήδη ασχοληθεί με τέτοιες ενστάσεις στο κείμενό μας. Συγκεκριμένα αναφέρουμε: “Φυσικά είναι πιθανό να φανταστεί κανείς ένα θεωρητικό μοντέλο του καπιταλισμού που δεν εκμεταλλεύεται τα ζώα, όμως αυτό μπερδεύει μια θεωρητική κατάσταση με την υπάρχουσα καπιταλιστική πραγματικότητα, η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα πραγματικών ιστορικών διαδικασιών.” Αγνοείτε εντελώς τη δήλωση: ‘το γεγονός ότι η πρώτη βιομηχανία που χρησιμοποίησε την αλυσίδα παραγωγής (assembly – line organization of labour) είχε σχέση με τα ζώα δε σημαίνει ότι δε θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη». Αλλά, όμως, δεν ήταν άλλη! Γιατί συμπεραίνετε ότι η αλυσίδα συναρμολόγησης ήταν γενικά αναπόφευκτη... Ο προηγμένος βιομηχανικός καπιταλισμός υπάρχει ήδη και χωρίς αυτήν. Αν δεν είχε αναπτυχθεί στη βιομηχανία παραγωγής κρέατος, γιατί πρέπει ν ΄αναπτυχθεί αλλού; Είναι σαν να έχετε στο μυαλό σας την εικόνα δύο παράλληλων κόσμων, όπου ο καπιταλισμός αναπτύσσεται κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες. Αν τα ζώα δεν αποτελούσαν εμπόρευμα, η κοινωνία θα είχε μια τελείως διαφορετική έκβαση . Πώς θα μπορούσε κανείς να πει ότι η γραμμή παραγωγής θα είχε πράγματι προκύψει; Φαίνεται ότι για σας ο καπιταλισμός είναι μια ανιστορική έννοια, αφού άλλωστε για σας η ιστορική πορεία είναι άσχετη με την υλική βάση της κοινωνίας. Για μας ο καπιταλισμός είναι το όνομα που δίνουμε στην υπάρχουσα κοινωνία (και τις λειτουργίες της) και ο οποίος έχει αναπτυχθεί από την ιστορική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Δε θέλουμε να μιλήσουμε για υποθετικές περιπτώσεις. Θεωρούμε ότι η τελευταία παράγραφος της σελίδας 30 μας εξέπληξε. Εδώ, συγκρίνετε την απελευθέρωση των ζώων με το να κλέβει κανείς από καταστήματα και συμφωνείτε ότι το να σώζουμε ζώα από τα εργαστήρια εναντιώνεται στη λογική του Κεφαλαίου, αλλά είναι απλά «ένα επιπλέον βήμα προς την επαναστατική συνείδηση, όπως μια ποικιλία καταστάσεων». Ναι, ακριβώς αυτό σκεφτόμαστε και εμείς, αλλά εκπλαγήκαμε που το είπατε. Απλά για διευκρίνιση, κι εμείς θεωρούμε την απελευθέρωση των ζώων ως ένα δυνατό δρόμο για την επανάσταση, αλλά όχι τον κυρίαρχο . Η τελική παράγραφός σας φαίνεται άσχετη με την αρχή του άρθρου. Αρχικά, υποστηρίζετε ότι το φυλλάδιο είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλό, αφού παρατηρείτε ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την απελευθέρωση των ζώων και εναντιώνονται στην εκμετάλλευσή τους. Τελειώνετε, λέγοντας ότι το φυλλάδιο φαίνεται εκτός χρόνου, εκτός κι αν πείσει όσους ενδιαφέρονται για την απελευθέρωση των ζώων να επιτεθούν στο κεφάλαιο. Αυτό βέβαια είναι άσχετο με τους όρους που προηγουμένως αναγνωρίσατε. Όμως, το φυλλάδιό μας δεν αναφερόταν μόνο στους απελευθερωτές των ζώων, αλλά (όπως και εσείς το ξεκαθαρίζετε στην πρώτη παράγραφο της αναφοράς σας) και στους κομμουνιστές. Ο στόχος μας ήταν να προσπαθήσουμε να ευαισθητοποιήσουμε τους κομμουνιστές ως προς το ζήτημα των ζώων και επίσης να τους φέρουμε σε επαφή με το κίνημα της απελευθέρωσης των ζώων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναφορά σας στο “Beasts of Burden” είναι πολύ διαφορετική και καλύτερη από το προηγούμενο άρθρο σας για το θέμα των ζώων, με τίτλο: «Hitler was a vegeterian”, το οποίο ήταν ρηχό, μονόπλευρο, προσβλητικό και ηλίθιο. Αν αυτή η αλλαγή στη συμπεριφορά σας προέκυψε από μια αντιπαράθεση με το άρθρο μας, τότε, το “Beasts of Burden” έχει τελικά σε ένα βαθμό πετύχει το στόχο του.
ΓΡΑΜΜΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Αυτή η μπροσούρα έχει τη χαρακτηριστική ιδιότητα να απευθύνει ένα ζωτικής σημασίας ερώτημα: Αν ο κομμουνισμός θεωρείται ότι θα μετασχηματίσει το σύνολο της καθημερινής ζωής, μπορεί να παραμερίσει το ζήτημα της σχέσης μας με τα ζώα και των διατροφικών μας συνηθειών; Το κείμενο «Beasts of Burden» πιέζει να ξανασκεφτούμε τον όλο «πριμιτιβιστικό» διάλογο. Ελπίζουμε μια μέρα να ασχοληθούμε και μ’ αυτό. 1. Δεν υπάρχει λάθος στροφή στην Ιστορία Είναι αδύνατον να προσδιορίσει κανείς πότε ή πώς η ιστορία πήγε στραβά. Ο πριμιτιβισμός (1) επιλέγει αυτά τα γεγονότα τα οποία υποτίθεται ότι επιβεβαιώνουν το σκοπό του και απορρίπτει μια τάση της ιστορίας (παραδοσιακή-κλασική ιστορία) στο όνομα άλλων, οι οποίες ανήκουν επίσης στην καπιταλιστική γνώση (ανθρωπολογία). Αντί να αποχωρίζεστε το «μαρξιστικό» ντετερμινισμό, μετατοπίζετε την έμφαση από την οικονομία στις αντιθέσεις ανθρώπου/ζώου. Είτε είναι γραμμένο από τον Rousseau, είτε από σας είτε από μας, οποιοδήποτε “Discours Des origines” συνήθως λέει περισσότερα για αυτόν που το έγραψε παρά για το παρελθόν. Η ιστορία μας εφοδιάζει με γεγονότα και στοιχεία που επιβεβαιώνουν την μετεξέλιξη του ανθρώπου σ’ αυτό που είναι τώρα. Όχι πολλά παραδείγματα, αλλά αρκετά για τον καθένα για να επιλέξει και να τα επεξεργαστεί λεπτομερώς. Γιατί θα πρέπει ο κυνηγός να είναι ο πρώτος παλιάνθρωπος; Γράφετε ότι η γεωργία οδήγησε στη συσσώρευση, άρα στις τάξεις, κ.λπ... Τι γίνεται, όμως, με την τροφοσυλλογή; Δε θα μπορούσε κάποιος να συσσωρεύσει αυτά που ο άλλος είχε συγκεντρώσει; Θα μπορούσε να ήταν το ίδιο λογικό να ξεκινήσει κανείς από ένα παρόμοιο γεγονός (τον τροχό παραδείγματος χάριν) και να αναδομήσει 10000 χρόνια πάνω σ’ αυτό. Κανένα μεμονωμένο γεγονός δεν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα. Η αξία δεν εξηγεί όλο το Κεφάλαιο. Δεν μπορεί κανείς να διαλέξει μια μορφή (μιας αναπόφευκτα αλλοτριωμένης) ζωής και να τη μετατρέψει σε αιτία για όλα τ’ άλλα. Τροφοσυλλογή εναντίον εξημέρωσης των ζώων. Γεωργία εναντίον κυνηγιού. Χωριό εναντίον πόλης. Στατικότητα εναντίον νομαδισμού. Άτομο εναντίον κοινωνίας. Κοινότητα εναντίον ατομικότητας. Ελεύθερο κυνήγι και ψάρεμα εναντίον κτηνοτροφίας. Ελίτ εναντίον ανθρώπων. Κεντρική εναντίον τοπικής εξουσίας. Συνθήκες ζωής γυναικών. Καταπίεση παιδιών. Τεχνική και μηχανές. Μην ξεχνάμε και τον πόλεμο! Πολλά άλλαξαν από τότε που ο τελετουργικός πόλεμος επεκτάθηκε και οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν σ’ αυτό που αργότερα έγινε «δουλειά». Το πιο πιθανό, είναι να συνέβησαν πολλά συγχρόνως, π.χ. κατά τη διάρκεια μερικών χιλιάδων χρόνων. Η γεωργία δεν οδήγησε στις τάξεις και την πολιτική εξουσία. Υπήρχε ο «πρωτόγονος κομμουνισμός», μετά υπήρξαν η γεωργία και οι τάξεις και η πολιτική. Ο μαρξιστικός ντετερμινισμός (ορισμένες φορές εμφανής στα γραπτά μας) εξήγησε την ιστορία με βάση την εμφάνιση ενός «αποθέματος» που αρπάχτηκε από μια μειοψηφία. Ο Freddy Perlman το αντικαθιστά αυτό με το αρδευτικό και υδρευτικό σύστημα. Αλλά δε μας λέει, γιατί οι τοπικές κοινότητες διαλύθηκαν και γέννησαν τις “τάξεις” και το “κράτος”. Δε θα μπορούσαν συλλογικά να κατασκευάσουν φράγματα και κανάλια, χωρίς να βασιστούν σε διαμεσολαβητές; Δεν υπήρχε τίποτα το μοιραίο σ’ αυτήν την τεχνική εξέλιξη. Αλλιώς, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ανθρωπότητα θα αυτοϋποδουλώνεται κάθε φορά που θα χρησιμοποιεί μεγάλης έκτασης άρδευση. Υπάρχουν στοιχεία για κυνηγετικές ή αλιευτικές ή αγροτικές κοινωνίες οι οποίες δεν έγιναν καταπιεστικές για τους ανθρώπους. Γιατί; Κανείς δεν ξέρει. Δεν υπάρχει καλύτερη εξήγηση για το γιατί τα πράγματα πήγαν στραβά όπως δεν υπάρχει και εγγύηση για το πως θα γίνουν (και θα μείνουν) καλά στο μέλλον. Δεν μπορούμε να παίρνουμε κάτι το οποίο (συνήθως σωστά) αντιπαθούμε και να το ανάγουμε σε παγκόσμια αιτία για τα πάντα. Γιατί να μη διαλέξουμε τις σπηλαιογραφίες; Σχετίζονται με τη γλώσσα και άρα με τη συμβολική εξουσία, στην οποία οι άνθρωποι αυτοπαγιδεύονται, όπως υποστηρίζει ο Zerzan. Αυτό είναι τόσο άσχετο όσο και βάσιμο: μετατρέπει μια πτυχή της κοινωνίας σε αιτία για τα πάντα. Αν μείνουμε στο μερικό και όχι στο σύνολο, η (προ)ιστορία μπορεί να επιστρατευτεί για να αποδείξει οτιδήποτε. Οι μαχητικοί χορτοφάγοι μπορούν εύκολα να αποδώσουν όλα τα κακά της κοινωνίας στην κρεοφαγία και να αντιπαραβάλλουν σ’ αυτά τη φαινομενικά καλύτερη ζωή του χορτοφάγου ανθρωποειδούς πίθηκου. Ωστόσο, η άλλη πιθανότητα είναι το ίδιο καλά τεκμηριωμένη. Η κρεοφαγία έχει ειδωθεί ως απαρχή μιας απαραίτητης πτυχής της ανθρωπότητας: της κοινωνικότητας. Όπως πολλά αρπακτικά, έτσι και τα δελφίνια παρουσιάζουν ένα τύπο συνεργασίας, ιεραρχίας, κώδικες κ.λπ. Έτσι, ενώ εσείς θεωρείτε το κυνήγι βασικό παράγοντα καταπίεσης, άλλοι το αντιμετωπίζουν ως προέλευση της κοινωνίας. Νοημοσύνη σημαίνει το να είσαι ικανός να αντικρίζεις νέες καταστάσεις και να τις προσαρμόζεις σε διαρκώς εμφανιζόμενα δεδομένα. Τα ζώα τα οποία σκοτώνουν, συνήθως, έχουν πολύ περισσότερες κοινωνικές σχέσεις απ’ αυτά με τα οποία τρέφονται. Τώρα, αυτό που μας οδηγεί; Σε ανώτερο επίπεδο φυσιολογίας, έχει υποστηριχθεί ότι η εμφάνιση της ζωικής πρωτεϊνης στη διατροφή μικρών εθνών (αρχαία Ελλάδα, Αγγλία, Ιαπωνία) επιβεβαίωσε τα πλεονεκτήματα της κρεοφαγίας. Και πάλι, αυτό τι σημαίνει; Η “φύση” μας εφοδιάζει με τόσα πολλά στοιχεία που αποδεικνύει κάθε επιχείρημα και γίνεται άχρηστη. Λόγω του ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίστηκαν σαν πράγματα, επαναπροσδιορίστηκαν και τα ζώα και τα δέντρα; Η αυτοκινητοβιομηχανία δεν είναι αποδοκιμαστέα, επειδή κατάγεται από τη φιλοσοφία του σφαγείου. Η κριτική μας ενάντια στον καπιταλισμό γίνεται ακριβώς, γιατί η παραγωγή αξίας μετατρέπει τα πάντα, είτε είναι κρέας είτε είναι ποιήματα, σε εμπορεύματα, και έτσι, είναι άσκοπο να απαιτεί κανείς περισσότερα ερωτικά ποιήματα και λιγότερα hamburgers. Όσο και τα δύο θα είναι προσοδοφόρα, οι βιομηχανίες θα συνεχίζουν να τα παράγουν. Θα μπορούσε να υπάρξει μια βιομηχανία για τα πάντα. Είναι η κοινωνία του μεταφορικού ιμάντα αυτή που θα πρέπει να κατανοηθεί και να μετασχηματιστεί, άσχετα με το αν μεταφέρει βιομηχανικά συσκευασμένο μπιφτέκι ή ψωμί από μαύρο αλεύρι ή ψυγεία. 2. Η ενασχόληση με οποιοδήποτε ζήτημα (στην προκειμένη περίπτωση: κρεοφαγία/χορτοφαγία ή συνθήκες ζωής των ζώων), προϋποθέτει να ρωτήσουμε ποιος θέτει το ζήτημα. Γιατί ο μέσος νεαρός αστός της Δυτικής Ευρώπης στις αρχές του 21ου αιώνα μισεί την εικόνα ενός ντυμένου στα χακί άντρα που έχει βγει για να κυνηγήσει κουνέλια ή πάπιες; Η γνώση της φύσης, οι οικολογικές ανησυχίες και οι αντιδράσεις για την καταπίεση των ζώων δεν είναι ενδείξεις μιας ανθρωπότητας η οποία τελικά αρχίζει να συνειδητοποιεί τη σύγκρουσή της με το υπόλοιπο του πλανήτη, αλλά είναι αποτέλεσμα της αναγκαιότητας του Κεφαλαίου να σκεφτεί συνολικά και να λάβει υπ’ όψη του τόσο το παρόν όσο και το παρελθόν, από τους ναούς των Maya μέχρι τις φάλαινες και τα γονίδια. Οτιδήποτε εξουσιάζει πρέπει να ελέγχεται και να ταξινομείται με σκοπό να το διαχειρίζεται σωστά. Ό,τι είναι αγοραίο πρέπει να προστατεύεται. Το Κεφάλαιο είναι ο ιδιοκτήτης του κόσμου και ως γνωστόν κανέναν ιδιοκτήτη δεν τον παίρνει να είναι απρόσεχτος όσον αφορά αυτά που κατέχει. Στις αρχές του 19ου αιώνα, η μπουρζουαζία σπατάλησε τη ζωή και την εργατική δύναμη εκατομμυρίων προλεταρίων. Χάρη, εν μέρει, στους αγώνες των εργατών, αυτό μετατράπηκε σε λιγότερο καταστροφική και περισσότερο προσοδοφόρα εκμετάλλευση. Τώρα, το Κεφάλαιο δεν μπορεί να συνεχίσει, σπαταλώντας εκατομμύρια πιθήκων και δέντρων. Δεν είναι σύμπτωση το ότι μια έντονη ευαισθητοποίηση πάνω στις συνθήκες ζωής των ζώων εμφανίστηκε την ίδια περίοδο με το βιομηχανοποιημένο φαγητό και την κτηνοτροφία βασισμένη στο μοντέλο του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ο ανθρωπισμός και η σύγχρονη κρατική εξουσία γεννήθηκαν ταυτόχρονα. Η βιομηχανοποίηση όλων (ανθρώπων, ζώων, καθώς και του ανθρώπινου και ζωικού φαγητού) συμβαδίζει με τη διαμαρτυρία για τις αδικίες που γίνονται εις βάρος όλων. Τα τελευταία 30 χρόνια, η χορτοφαγία έχει αναπτυχθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως και οι αγροτικές επιχειρήσεις και τα συναισθήματά μας επίσης: τρώμε, περιτυλιγμένα με πλαστικό, σάντουιτς με χοιρινό, αλλά αρνούμαστε να φορέσουμε γούνα από μινκ. Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει κρέας χωρίς αίμα, τσιγάρα χωρίς νικοτίνη, εμπορεύματα χωρίς κηλίδες ιδρώτα, πόλεμο χωρίς πτώματα, αστυνομία χωρίς γκλομπς, γκλομπς χωρίς χτυπήματα, χρήματα χωρίς κερδοσκοπία. Μ’ αυτή την έννοια, οι πιο σύγχρονοι τύποι εκμετάλλευσης βοηθούν στην κατανόηση των αντίστοιχων παλαιοτέρων. Αυτό που συμβαίνει στα ζώα είναι ένα υποβιβασμένο αποτέλεσμα “ταξικού αγώνα”, αποτέλεσμα της εξέλιξης της σχέσης Κεφαλαίου-εργασίας μετά τις εξεγέρσεις των δεκαετιών του ’60 και του ’70 στο χώρο της παραγωγής. Οι υπεύθυνοι προσπαθούν να δημιουργήσουν εργασιακούς χώρους πιο ασφαλείς και λιγότερο καταστροφικούς (=περισσότερο παραγωγικούς) για ένα πολύτιμο κεφάλαιο: την εργασία. Η εκμετάλλευση των ζώων αναπαράγει αυτήν τη διαδικασία. Σκοπεύει στο να πειραματίζεται λιγότερο στα ζώα με σκοπό να κερδίσει περισσότερα απ’ αυτά, επώδυνα αν χρειάζεται, ανώδυνα αν μπορεί: “μείωση του αριθμού των ζώων που θυσιάζονται, λεπτότητα στις τεχνικές που προκαλούν πόνο και αντικατάσταση των ζωντανών από προσομοιώματα και καλλιέργεια κυττάρων” (Newsweek, 16 Ιανουαρίου 1989). Οι διαμαρτυρίες ενάντια στην εκμετάλλευση των ζώων παραλληλίζονται με τη γενική απαίτηση για μια πολυπολιτισμική, πιο ανοιχτή, μη-επιθετική κοινωνία. Το ίδιο το ζήτημα πρέπει να αμφισβητηθεί. Η έμφαση στη “σκληρότητα” συνεπάγεται ότι μια “δίκαιη” μεταχείριση θα ήταν αποδεκτή. Ο συνεχής λόγος για τις ‘ελεεινές’ συνθήκες εργασίας καλεί για μια ανεκτή εργασία. Ο αγώνας ενάντια στην υπερβολή υποστηρίζει, λογικά, τη μετριοπάθεια. Ας υποθέσουμε ότι αυτά τα στυγερά (και συχνά καθαρά ηλίθια) πειράματα ήταν πραγματικά ανώδυνα, ακόμη και διασκεδαστικά για τα ζώα που θα συμμετείχαν. Εσύ κι εγώ θα συνεχίζαμε να εναντιωνόμαστε στις μελέτες-πειράματα για το στρες και στα πειράματα για το make-up, όπως ακριβώς θα θεωρούσαμε τους “ευτυχισμένους” εργάτες της Ford ακόμη περισσότερο αλλοτριωμένους. 3. Οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων και των ζώων χειροτερεύουν μόνο κατά την έννοια ότι κεφαλαιοποιούνται. Επομένως, οι πιο εμφανείς φρίκες εις βάρος των ανθρώπων και των ζώων γίνονται όλο και λιγότερο εμφανώς φρικτές. Η μπροσούρα σας ξεκινάει με τον ισχυρισμό ότι δεν είναι μόνο οι μάζες που υποφέρουν από την αυξανόμενη καταπίεση και τη φτώχεια, που όλο και εξαπλώνεται, αλλά και τα ζώα σφάζονται και βασανίζονται περισσότερο από ποτέ. Η ζωή έχει χειροτερέψει, αλλά όχι ακριβώς με την έννοια που εσείς εννοείτε. Δεν υπάρχουν περισσότεροι λιμοί και μαζικές δολοφονίες ανθρώπων απ’ ότι στα 1900 ή στα 1945. Ως προς την τροφή, η διατροφή του μέσου δυτικού εργάτη είναι σίγουρα πλουσιότερη και πιο ισορροπημένη απ’ αυτή στα χρόνια του Marx: έχει τόσο βιομηχανοποιημένο φαγητό όσο και βιομηχανοποιημένη διασκέδαση ή ταξίδια. Οι προσδοκίες της ζωής συνεχώς αυξάνονται: Αν συμβαίνει το αντίθετο στη Ρωσία, είναι γιατί αυτή πάσχει από τον οπισθοδρομικό καπιταλισμό. Τα εργαστήρια και τα εργοστάσια, στα οποία οι εργάτες δούλευαν σκληρά με πολύ μικρό μισθό, δεν είναι το μέλλον του καπιταλισμού, ούτε τα κοινωνικά επιδόματα και το επίδομα ανεργίας είναι η κύρια πηγή εσόδων για τους προλετάριους. Θα ήμασταν λάθος, αν περιγράφαμε ως κόλαση ένα μέρος που κανείς δεν το θεωρεί παράδεισο. Αυτό που είναι χειρότερο από το 1848, το 1917 ή το 1945, είναι ότι ποτέ άλλοτε δεν έχουν μετατραπεί τόσα έμψυχα και άψυχα όντα σε χρήμα και σε διαδικασίες παραγωγής χρήματος. Ποτέ οι άνθρωποι δεν ήταν τόσο εξαρτημένοι από κάτι πέρα απ’ αυτούς και...μέχρι τώρα, ανίκανοι ή απρόθυμοι να αλλάξουν την κατάσταση. Όπως έλεγε η Καταστασιακή Διεθνής, αυτό που μετράει είναι η κριτική στον πλούτο που παρέχεται από την κοινωνία και όχι στη φτώχεια η οποία επιβάλλεται σε μας. Επειδή και τα δύο πάνε μαζί. Υπάρχει τόση φρίκη στην πολιτικά ορθή, ζαχαρένια εικόνα της αγάπης για τα ζώα την οποία αυτή η κοινωνία εμφανίζει, όση και στις σφαγές οι οποίες πραγματοποιούνται πίσω από τους ψηλούς τοίχους (των σφαγείων). Δεν ήταν η Αστυνομία της Σκέψης και το Δωμάτιο 101 που έκαναν τον κόσμο του “1984” μια βδελυγμία, αλλά ο όλος κομφορμισμός που τον περίκλειε. Η τελική αγάπη που είχε ο Winston για το Μεγάλο Αδελφό είναι τόσο τρομερή όσο (τρομερά είναι) και τα βασανιστήρια που πέρασε. Το Κεφάλαιο ακρωτηριάζει και εξευτελίζει τους ανθρώπους. Σκοτώνει εκατομμύρια ζώα. Σωστά. Αλλά οπουδήποτε το Κεφάλαιο αναπτύσσεται και γίνεται πιο “αγνά” καπιταλιστικό, καταφεύγει πολύ λιγότερο σε βασανιστήρια και σε ανοιχτή βία. Η ουσία (και κατ’ επέκταση η αντίθεση) του καπιταλισμού δεν μπορεί να βρεθεί στα άκρα του. Οι γενοκτονίες και οι σφαγές ζώων είναι αναπόφευκτες συνέπειες του Κεφαλαίου, αλλά δεν αποτελούν ορισμό του. Όπως ακριβώς η εκμετάλλευση των ζώων, έτσι και ο σεξισμός και ο ρατσισμός, είναι απαραίτητα συστατικά (στοιχεία) του καπιταλισμού. Αλλά μόνο όταν τα χρειάζεται. Περιοδικά, τα αχρηστεύει, τα αντικαθιστά με καλύτερα προσαρμοσμένες μορφές. Ο ανεπίσημος ή θεσμικός ρατσισμός πάντα θα επιβιώνει σε κάποιες καπιταλιστικές χώρες, αλλά δεν είναι πουθενά απαραίτητος στο Κεφάλαιο. Για παράδειγμα, δεν ενσάρκωνε το Apartheid τη “μορφή” της μισθωτής εργασίας στη Νότια Αφρική. Πριν 15 χρόνια, φίλοι μας έλεγαν ότι μέσω των αγώνων ενάντια στο Apartheid αντιμάχονταν και τον ίδιο τον καπιταλισμό, μιας και η Νότιο-Αφρικάνικη οικονομία βασιζόταν στο ρατσισμό και δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει διαφορετικά. Μπορεί, όμως, τώρα. Και στην πραγματικότητα, το Κεφάλαιο ήταν ανάμεσα στις κινητήριες δυνάμεις που ξεφορτώθηκαν το Apartheid. Έχετε δίκιο ότι τα McDonald’s είναι το ουσιώδες ζήτημα σε πολλές πτυχές της παρούσας κοινωνίας. Αλλά ακριβώς, τα McDonald’s δεν μπορούν να απεικονιστούν ως ένα συνονθύλευμα τρομακτικών στοιχείων (κακό φαγητό + υποβαθμισμένες κοινωνικές συνθήκες για τους εργάτες, χαμηλοί μισθοί + τρομακτικές συνθήκες εργασίας, σφαγές ζώων + επέκταση της κυριαρχίας των αμερικανικών επενδύσεων και του αμερικάνικου τρόπου ζωής). Όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά από τη στιγμή που αμφισβητείτε από μια ποιοτική οπτική γωνία, σας διαφεύγει τόσο η ελκυστικότητα όσο και η επιρροή του σκουπιδο-φαγητού (junk food) και της σκουπιδο-εργασίας (junk work). Η έννοια του fast food (ταχυφαγίας) είναι ιστορικά συνδεδεμένη με τις έννοιες του υγιεινού φαγητού (τα ταχυφαγεία έχουν τουλάχιστον τους ίδιους όρους υγιεινής με τις περισσότερες pub και τα περισσότερα cafe που μας αρέσουν), του “τρώω μόνος μου, αν το επιθυμώ”, της αποδέσμευσης από τους άλλους, της ελάχιστης επαφής και επικοινωνίας, της ταχύτητας αλλά και της προσφοράς μιας ημι-απασχόλησης, κυρίως για τους νέους. Αυτές οι έννοιες είναι κάτι περισσότερο από μια ιδεολογία, εκφράζουν την πραγματικότητα της σχόλης και της εργασίας στα χρόνια της τηλεόρασης και του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εκμετάλλευση υπάρχει πράγματι, αλλά η υποβόσκουσα βία (σε ανθρώπους και ζώα) μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως η άλλη όψη του νομίσματος των fast food. Τα McDonald’s είναι τόσο εκμεταλλευτικά και καταπιεστικά όσο και οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, αλλά ισχυρίζεται πως είναι (και είναι σε κάποιο βαθμό) φιλική προς τον πελάτη, προς το προσωπικό και προς τα ζώα. Παίρνοντας ένα hamburger από fast food μπορεί να έχει λιγότερη κοινωνική βαρύτητα απ’ ό,τι αν κάθεσαι σε μια pub ή σε ένα Joe’s cafe. Το Κεφάλαιο παίρνει τη ζωή (σε όλες τις μορφές της, από την ανθρώπινη εργασία, τα δέντρα και τις αγελάδες, μέχρι τα παραμύθια με νεράιδες και τα αισθήματα), την αναπαράγει και την επιστρέφει σε μας. Αυτή είναι και η διαφορά από παλαιότερα συστήματα εκμετάλλευσης. Εκεί βρίσκεται η δύναμή του. Σε αντίθεση με ένα βαμπίρ, ρουφάει από εμάς ενέργεια, αλλά μας αφήνει ζωντανούς να μεγαλώνουμε, να αγοράζουμε και να ενεργούμε. Η παραγωγή αξίας και ο καπιταλισμός δουλεύουν, γιατί είμαστε ενεργητικοί αλλά και παθητικοί. Γιατί τα computer είναι δημοφιλή; Γιατί τα σπορ; Το κρέας είναι πράγματι σύμβολο της αστικής τάξης. Αλλά μήπως αντιστρέφετε τα πράγματα; Είναι το ίδιο πιθανό οι αρχηγοί να κρατούσαν για τον εαυτό τους αυτό που είχε μεγαλύτερη θρεπτική αξία. Εντούτοις, ο δυτικός εργάτης (ιδιαίτερα ο άντρας) πιστεύει ακόμη στην υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος, ενώ η ελίτ έχει τώρα οδηγηθεί σε πιο ισορροπημένες δίαιτες. Το να είσαι πλούσιος σήμερα, σημαίνει να πηγαίνεις σε ακριβά μαγαζιά υγιεινής-συχνά χορτοφαγικά προσανατολισμένα. Στην Καλιφόρνια, μπαίνοντας σε ένα μαγαζί με junk food για τις χαμηλότερες τάξεις και ύστερα σε μια αγορά με “οργανικό-βιολογικό φαγητό” για τις μεσαίες τάξεις, είναι σαν να επισκέπτεσαι δύο διαφορετικούς πλανήτες. Ωστόσο, όπως γνωρίζουμε, ο καταναλωτισμός βαθμιαία επεκτείνεται σ’ αυτά που ήταν προνόμιο των λίγων και την ίδια στιγμή, η μαζικοποίηση υποβαθμίζει αυτά που φέρνει στα σπίτια όλων. Η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει φαγητό οποιουδήποτε σχήματος, υφής και γεύσης. Κάποια μέρα, μπορεί να υπάρχουν Χριστουγεννιάτικες γαλοπούλες, τέλειες με κόκαλα, δέρμα και ίδιο ακριβώς χρώμα, κατασκευασμένες από συνθετικούς ζωντανούς οργανισμούς, τόσο νόστιμες όσο η αληθινή, καλές για την υγεία, φθηνές και σε άφθονη ποσότητα. Τότε, η σφαγή των πουλερικών θα μειωνόταν στο ελάχιστο και μόνο για τις υψηλές τάξεις, κάτω από υποθετικά ανώδυνες και χωρίς άγχος συνθήκες, σε παραδοσιακές φάρμες, όπου οι κότες θα περπατούν γύρω-γύρω στην αυλή, πιθανόν υπό την επίβλεψη του RSPCA. Φυσικά, οι περιθωριοποιημένες μάζες του ημι-βιομηχανοποιημένου κόσμου θα συνέχιζαν να σκοτώνουν κότες με τους πιο φρικτούς τρόπους και θα τρομοκρατούσαν τους δημοσιογράφους της Δύσης. Επιστημονική φαντασία; Τίποτα διαφορετικό από τη μη βίαιη, φιλική προς τους εργάτες βιομηχανία. Η σχέση του ανθρώπου με το υπόλοιπο της φύσης αντανακλά τη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Το Κεφάλαιο, όντως, βασίζεται στην κακομεταχείριση, τον εξαναγκασμό και την καταπίεση. Αλλά η ουσία του δεν είναι περισσότερο βίαιη απ’ ό,τι μη βίαιη. Είναι σκληρό, όταν πρέπει, χαλαρό, όταν γίνεται πιο προσοδοφόρο. Το να αναγκάζει πεντάχρονα παιδία να δουλεύουν 12 ώρες την ημέρα ήταν αναγκαίο στα 1830, αλλά όπως έδειξε και η ιστορία, όχι ομοούσιο με τα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Μαχόμενοι για μη βίαιες μορφές, συνεισφέρουμε στη μετακίνηση των καταπιεστικών μορφών από το ένα επίπεδο στο άλλο. Η προσδοκία για συνθετικό φαγητό επιτρέπει στο Κεφάλαιο να πραγματοποιήσει τερατωδώς το όνειρο της βιολογικής τροφής (bio-food). 4. Το ζήτημα των ζώων μπορεί να τεθεί μόνο ως ζήτημα των ανθρώπων. Θα ήταν παράλογο να τοποθετήσουμε τον ταξικό αγώνα πάνω απ’ τη φύση. Το κομμουνιστικό κίνημα δεν υποστηρίζει το βιομηχανικό εργάτη έναντι της αγελάδας. Σκοπός δεν είναι να ανασυνθέσουμε την προλεταριακή τάξη, αλλά να αποσυνθέσουμε όλες τις τάξεις. Ακόμη, η εκμετάλλευση των εργαζομένων στα McDonald’s έχει μεγαλύτερη σχέση με την ιστορία απ’ αυτήν των αγελάδων. Και όχι επειδή οι άνθρωποι υποφέρουν περισσότερο, ούτε γιατί η κακομεταχείριση των αγελάδων μας ενδιαφέρει λιγότερο. Αλλά επειδή μόνο οι άνθρωποι μπορούν να δώσουν ένα τέλος στα McDonald’s. Τα ζώα δεν εργάζονται. Είναι παραπλανητικό να αποκαλούμε “εργασία” αυτό που ένα άλογο ή ένας μεταξοσκώληκας έχουν μάθει και αναγκάζονται να κάνουν. Γιατί τότε στη λέξη “εργασία” αποδίδεται μια τελείως διαφορετική ερμηνεία από τις πολλές παραλλαγές που γνωρίζουμε γι’ αυτήν (σκλάβος ή δουλοπάροικος, μισθωτή εργασία, νοικοκυριό, εργασία στο σπίτι). Η εργασία οργανώνεται απ’ το αφεντικό, τον προϊστάμενο, το διευθυντή..., αλλά ο εργάτης πάντα πρέπει να παίξει το δικό του ρόλο σ’ αυτήν την οργάνωση και μπορεί να εναλλάξει τη θέση του με οποιονδήποτε τον οργανώνει και να αμφισβητήσει την οργάνωση αυτή. Το έργο που παράγουν τα ζώα δεν είναι ούτε το αντίθετο ούτε το ίδιο με την αλλοτριωμένη εργασία: είναι κάτι άλλο. Το κομμουνιστικό κίνημα δεν αντιδρά στη μοίρα των θυμάτων είτε αυτά είναι άνθρωποι, είτε είναι ζώα. Ο τρόπος με τον οποίο αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να αλλάξει εξαρτάται απ’ αυτά στα οποία έχει θεμελιωθεί. Ο Camatte, ο F.Perlman, οι πριμιτιβιστές και σε μεγάλο βαθμό οι “αυτόνομοι”, ξεκινούν από το γεγονός ότι υπάρχει κυριαρχία πάνω σ’ όλα: βλέπουν την κοινωνία σαν να στηρίζεται πάνω στον έλεγχο (του οποίου η παραγωγή είναι μονάχα ένα κομμάτι) της κάθε μορφής ζωής. Συνεπώς, το κοινό στοιχείο ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι η διαφορά τους. Εμμένουμε στην άποψή μας πως ο καπιταλισμός κυριαρχεί και πως το Κεφάλαιο βασίζεται στην εργασία που παράγει αξία. Το να οδηγείς τους ανθρώπους στην εργασία είναι το κλειδί για να ελέγχεις τα πάντα. Όλα τα παραδείγματα που δίνονται στο κείμενο (δουλειά, εγκλεισμός, εκκαθαρίσεις, γραμμή συναρμολόγησης) επισημαίνουν μια κοινωνική (=μεταξύ ανθρώπων) σχέση, εξαιτίας της οποίας τα ζώα πράγματι υποφέρουν, αλλά το κίνητρο αυτού του μαρτυρίου είναι ο εξαναγκασμός των ανθρώπων να δουλέψουν (το πρόβατο δεν κουρεύει πρόβατο). Μια οργάνωση εργασίας αντικατέστησε κάποια άλλη, η οποία ήταν λιγότερο παραγωγική. Η βιομηχανία των ζώων δε γέννησε ένα προλεταριάτο: η γέννηση του προλεταριάτου ήταν μια από τις συνθήκες για τη βιομηχανία των ζώων. 5. Κανένα lifestyle δεν είναι ανατρεπτικό. Ο Arthur Cravan ισχυρίζεται πως είναι λιποτάκτης από 17 χώρες. Είμαστε λιποτάκτες. Αλλά όχι επειδή με την αποχή μας από τον κόσμο θα τον αλλάζαμε. Απλά, δεν ανήκουμε. Αν απέχω από την εκλογική διαδικασία, δεν είναι επειδή κατά βάθος θα προτιμούσα τον Callaghan αντί της Thatcher για πρωθυπουργό, αλλά επειδή απαγορεύω στον εαυτό μου να ψηφίσει, λόγω επαναστατικών αρχών. Δεν είμαι αναγκασμένος να πιέσω τον εαυτό μου. Πιστεύω γνήσια πως ο Callaghan δεν είναι καλύτερος από τη Thatcher. Και (σε αντίθεση με τον αριστερό που ψηφίζει Εργατικούς ως το λιγότερο κακό) γνωρίζω καλά, παρ’ όλα αυτά, ότι αυτή η στάση μου δεν επιφέρει κανένα άμεσο αποτέλεσμα. (Στην καλύτερη περίπτωση η συνεισφορά της είναι να βοηθήσει να κρατήσουμε ζωντανή κάποια κοινότητα ανάμεσα σ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που δεν ψηφίζουν για λόγους παρόμοιους με τους δικούς μου). Η αποχή από τον κόσμο δεν εμποδίζει τον τελευταίο να συνεχίσει να λειτουργεί. Αν δε θέλω να πάρω μέρος στην εκμετάλλευση κανενός, το καλύτερο είναι να μην αγοράσω ποτέ μετοχές και να ζω χωρίς λογαριασμό τράπεζας και έτσι είτε να ξοδεύω όλα μου τα χρήματα με το που τα παίρνω ή να τα κρατώ σπίτι μου σε μετρητά. Γιατί όχι; Στο τέλος της ζωής του, ο Jean Genet σχεδόν δεν είχε υπάρχοντα, ζούσε σε ξενοδοχεία και επέμενε να πληρώνεται σε μετρητά, μπορώντας, έτσι, να τα χρησιμοποιεί και να τα διοχετεύει κατά τον τρόπο που ήθελε. Δεν έκανε το μέγιστο, αλλά το καλύτερο που μπορούσε για να διαχειριστεί χρήματα σ’ έναν κόσμο χρημάτων. Θα πρέπει να ζητήσουμε από τους εαυτούς μας να κάνουν το ίδιο; Θα πρέπει να το ζητήσουμε από τους φίλους μας; Ο vegan-ισμός είναι προσωπικό ζήτημα, όπως και η στάση του Genet. Ορισμένες στάσεις είναι τελείως “κακές”, αλλά καμιά δεν είναι ανώτερη από τις άλλες. Είναι άσκοπο να αναρωτιόμαστε τι είναι πιο κοντά στον κομμουνισμό. Το εισόδημα του Genet προερχόταν από τη συμμετοχή του στο φιλολογικό κόσμο. Που φυτρώνει η σόγια; Ποιος τη φυτεύει; Για πόσα χρήματα; Η λιγότερο μη κομμουνιστική στάση ίσως είναι το να μην επιλέξεις τρόπο ζωής. Το να ζεις μ’ ένα μίνιμουμ τάσεων της μόδας, το να παραμείνεις όσο το δυνατόν πιο ανοιχτός: η διανυκτέρευση σ’ ένα ιγκλού στη Γροιλανδία, μια καλύβα ερυθρόδερμου στη Βόρεια Αμερική, μια συνέλευση κατοίκων πολυκατοικίας, το να οδηγείς ένα φορτηγό στην Κένυα και να διδάσκεις αγγλικά στη Νότια Κορέα, το να ψωνίζεις από τα Tesco’s στη Battersea με τους ντόπιους προλετάριους και να ψαρεύεις με τους χωριανούς των νησιών του Νότιου Ειρηνικού. Το να προσαρμόζεσαι σε πολλές διατροφικές και σεξουαλικές συνήθειες, χωρίς να προσκολλάσαι σε καμία. Αυτό θα ήταν τόσο διαφορετικό από τον “αντιστεκόμενο” που απομονώνεται εντελώς από τον κόσμο όσο και από το άτομο ενός εναλλακτικού κοινωνικού περιβάλλοντος που βρίσκει καταφύγιο μέσα στο μικρόκοσμό του. Ένας τέτοιος (φανταστικός) “πολίτης του κόσμου” ή “ταξιδιώτης της ανθρωπότητας” δε θα έθετε τον εαυτό του ως πρότυπο. Χωρίς αμφιβολία θα συναντούσε δυσάρεστες πτυχές αυτού του πλανήτη: το κενυατικό φορτηγό μπορεί να συμβάλλει στην παρεμπόδιση της τοπικής ζωής, μερικοί φίλοι από την pub στη Battersea μπορεί να μη συμπαθούν τους μαύρους, κ.λπ. Δεν παρουσιάζουμε ένα νέο ιδανικό του τύπου “Στο Δρόμο” (2). Αυτός ο απίθανος τύπος, απλά, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο κομμουνισμός θα επιτρέψει την αλληλεπίδραση μιας κατηγορίας με όλες τις άλλες. Ίσως το κύριο λάθος του vegan-ισμού (όπως και οποιασδήποτε θεώρησης για τον κόσμο που βασίζεται πάνω σε μια συγκεκριμένη διατροφή) είναι η άποψη ότι ο άνθρωπος είναι ό,τι τρώει. Είναι ό,τι κάνει, το οποίο περιλαμβάνει και αυτά που τρώει, και οτιδήποτε κάνει πάντα γίνεται μαζί με άλλους. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι vegan και κομμουνιστές. Μπορεί να είναι vegan χωρίς να είναι κομμουνιστές ή όντας αντι-κομμουνιστές. Αν οι πανκς είναι πιθανόν να παίξουν ένα μεγαλύτερο ρόλο στις κοινωνικές αναταραχές απ’ αυτούς που πηγαίνουν στην όπερα, αυτό δεν έχει να κάνει με μια υποτιθέμενη ανωτερότητα των Sex Pistols έναντι του Monteverdi, αλλά έχει περισσότερο να κάνει με το γεγονός ότι το πανκ κοινό προέρχεται από πιο χαμηλές τάξεις απ’ ό,τι αυτό του Covent Garden. Οι πανκς δε θα είναι επαναστάτες ως πανκς. Ο vegan-ισμός ασχολείται με την κοινωνική και συμβολική εξουσία του κρέατος. Κανείς vegan δεν πιστεύει ότι πετυχαίνει ένα αληθινό χτύπημα ενάντια στη ζωική βιομηχανία: ενεργεί απλά εναντίον μιας εικόνας. Τότε, γιατί να μην αρνούμαστε να οδηγούμε; (Το οποίο, φυσικά, είναι και ευκολότερο, αν μπορείς να ζεις στο κέντρο της πόλης και όχι σ’ ένα απομακρυσμένο προάστιο με ανεπαρκή μέσα μαζικής μεταφοράς). Γιατί να μην απέχουμε από την πατρότητα και τη μητρότητα; Αλλά αν το κριτήριο είναι να είσαι ανταγωνιστικός της κοινωνίας (όπως στην αρχαία Ελλάδα, όπου η άρνηση του κρέατος ήταν μια επίθεση στις σχέσεις ανάμεσα στους θεούς, τους ανθρώπους και τα ζώα), τότε στην καθολική επαρχία του 1700 ή ακόμη και του 1900 θα ήταν ανατρεπτικό να τρως κρέας την Παρασκευή (όπως πράγματι, κάποιοι μαχητικοί άθεοι συνήθιζαν). Είναι αδύνατον να ανάγεις μια ιδιαίτερη συμπεριφορά ή χειρονομία σε κανόνα ή αντι-κανόνα. Απ’ την άλλη, αυτοί που πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα πήρε μια λάθος στροφή, είναι λογικά σίγουρο ότι θα αγωνιστούν για έναν κόσμο οργανωμένο ειδικά ενάντια στην επιστροφή σ’ αυτό το αρχικό λάθος και, για παράδειγμα, θα υιοθετήσουν μια ειδική διατροφή. Επομένως, αυτή η συζήτηση έχει μια ακόμη αξία. Μας υπενθυμίζει ότι ο κόσμος δεν περιστρέφεται τριγύρω από μία αιτία ή αμαρτία. Η κρεοφαγία δεν είναι η ρίζα όλων των κακών. Αλλά ούτε το χρήμα, για παράδειγμα, είναι η πηγή όλων όσων πάνε στραβά. Η ανθρωπότητα δεν υποφέρει από μια αρρώστια που ο κομμουνισμός θα γιατρέψει. Δεν υπάρχει φάρμακο. Είμαστε αμφισβητίες, όχι γιατροί. Δεν αντιτάσσουμε την υγεία έναντι της ασθένειας. Ο κομμουνισμός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας ζωής οργανωμένης διαφορετικά, χωρίς νομοθέτες, για παράδειγμα ή χωρίς χρηματικές συναλλαγές. Μπορεί, μόνο, να χαρακτηρισθεί ως ενεργός κοινότητα. Οι άνθρωποι δε θα αναζητούν τρόπους διακίνησης των αγαθών χωρίς να χρησιμοποιούν χρήματα. Θα ζουν και θα δραστηριοποιούνται με διαφορετικό τρόπο κι αυτή η διαφορά θα περιλαμβάνει την απουσία του χρήματος, δηλαδή η εργασία δε θα είναι αποκλειστικά συνδεδεμένη με την παραγωγή. Όσο οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να σκέφτονται πρώτα και πάνω απ’ όλα προς την κατεύθυνση της εξάλειψης του χρήματος και της κατανομής της πολιτικής εξουσίας, τόσο θα είναι γι’ αυτούς η απόδειξη ότι δε φαντάζονται απλώς, αλλά κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να ζήσουν χωρίς αυτές τις μάστιγες. 6. Η χορτοφαγία αρνείται, αλλά αποδεικνύει τη ριζική διαφορά του ανθρώπου. Κανείς δε ζητάει από το λιοντάρι να μη σκοτώνει αντιλόπες. Οι άνθρωποι το θεωρούν δεδομένο ότι η φύση έχει τους κανόνες της. Το κάλεσμα της άγριας φύσης… Ο άνθρωπος είναι ο μόνος που καλείται να συμπεριφέρεται διαφορετικά. Η χορτοφαγία τον προσδιορίζει ως το ζώο που έχει την επιλογή, που μπορεί να αποφασίσει να μη βλάψει τα άλλα πλάσματα και ως εκ τούτου πρέπει να αποφασίσει να μην τα βλάψει. Με άλλα λόγια, ζητείται από τον άνθρωπο να δράσει στο ίδιο ανώτερο επίπεδο το οποίο απαρνείται. Λέγεται ότι ανήκει στη φύση, ότι τη γνωρίζει και ακριβώς επειδή τη γνωρίζει υποτίθεται ότι δεν την εκμεταλλεύεται. Δεν υποδεικνύουμε μία ασυνέπεια, προκειμένου να διαψεύσουμε τη χορτοφαγία. Αυτό που πράγματι διαψεύδουμε είναι η δυνατότητα επιλογής. Αυτή η λογική αντίθεση δεν είναι παρά ένας άλλος τρόπος προσδιορισμού της ανθρώπινης φύσης, δείχνοντας πώς η ανθρωπινότητα υπεκφεύγει του προορισμού της. ‘To μόνο πράγμα που, πραγματικά, γνωρίζουμε για την ανθρώπινη φύση είναι ότι αλλάζει. Η αλλαγή είναι το μοναδικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό που μπορούμε να προβλέψουμε. Τα συστήματα που αποτυγχάνουν είναι εκείνα που στηρίζονται στη στατικότητα της ανθρώπινης φύσης και όχι στην εξέλιξη και την ανάπτυξή της.’ (O. Wilde , The Soul of Man under Socialism) ‘Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που σκοτώνει για ευχαρίστηση’, ακούμε να λένε, το οποίο υπονοεί ότι ο φόνος δεν μπορεί ή δε θα’ πρεπε να είναι διασκεδαστικός. Συμφωνούμε απόλυτα, αλλά, υποστηρίζοντας κάτι τέτοιο, δεν κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το να ανοίγουμε τη μοιραία πόρτα στο αλλόκοτο, χωρίς περιορισμούς, βασίλειο της ευχαρίστησης. Ποιος ή τι θα θέσει περιορισμούς σ’ αυτό; Για ποιο λόγο; Για το κοινό καλό; Για να κατανοήσουμε ότι η ευχαρίστησή μας αυξάνεται, όταν φροντίζουμε να διευρύνουμε την ευχαρίστηση των άλλων και όχι να τη συνθλίβουμε; Πόσο απλό! Πόσο αφελές! Ο Ντε Σαντ ήξερε κάτι παραπάνω. Το ίδιο και ο Φουριέ. Ποτέ, τίποτα δε θα μπορέσει να εξουδετερώσει τελείως την αντικοινωνική και αρνητική πλευρά της ανθρωπινότητας. Ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για να τρώει ή να μην τρώει σάρκα. Στην πραγματικότητα , ο άνθρωπος δεν ήταν ‘πλασμένος’ για τίποτα. Είναι μάταιο να υπερασπιζόμαστε την ομοφυλοφιλία με το επιχείρημα ότι εμφανίζεται σε ορισμένα είδη ζώων. Αυτό είναι βέβαια αλήθεια, αλλά δε μας λέει πολλά πράγματα, πέρα από την (ήδη γνωστή) ύπαρξη της ομοφυλοφιλίας. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, αλλά ταυτόχρονα είναι ξεχωριστός από τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο. Κατά πόσο αυτό έχει να κάνει με την ορθή στάση; Κατά πόσο με κοινωνικούς παράγοντες; Κάθε περίοδος μεταφράζει διαφορετικά τις διαθέσιμες πληροφορίες, ανάλογα με τις κυρίαρχες ιστορικές προοπτικές. Η συμπεριφορά του ανθρώπου κατευθύνεται και από τη φύση του και από την επιδεξιότητά του. Ο ανθρωποκεντρισμός (η άποψη, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος είναι ανώτερος από τα άλλα είδη) και η φυσιοκρατία -naturalism– (η άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να αφομοιώσει την υπόλοιπη φύση) αγνοούν και οι δύο ότι η ανθρώπινη φύση είναι προορισμένη να αναζητά την ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος είναι το ον που ποτέ δεν ξέρει ακριβώς τι είναι. Τα συστήματα προσπαθούν να τον καθησυχάσουν. Όταν έχει πλήρως καθησυχαστεί, όπως συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα (και ο καπιταλισμός αποτελεί ένα τέτοιο καθεστώς), ο άνθρωπος γίνεται πιο καταστροφικός. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο να διαφέρει από τα άλλα είδη είναι το ίδιο που κάνει δυνατή την πτώση του και την περιπλάνησή του. Υπάρχει κάτι αδύνατο στην ανθρωπινότητα που τίποτα δε μπορεί να το απαλείψει. Αν ήμασταν χιμπατζήδες, γάτες ή έντομα δε θα είχαμε γνωρίσει ποτέ τη μηλόπιτα, το αεροπλάνο, ούτε αυτή τη συζήτηση. 7. Το να ελπίζουμε σε μια ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα στο δικό μας είδος και τα υπόλοιπα, είναι τόσο άσκοπο, όσο και το να αποβλέπουμε σε μια μη-βίαιη ανθρώπινη κοινότητα. Παρ’ όλο που πολύ λίγοι από μας έχουν δει το εσωτερικό μιας φάρμας γουρουνιών, κάθε παιδί έχει μια γενική ιδέα για το πώς ένα γουρούνι μετατρέπεται στο μπέικον που τρώει. Κανείς δεν προσπαθεί να αρνηθεί τη σύνδεση. Κάθε πολιτισμός το χειρίζεται με το δικό του τρόπο. Οι κοινωνίες των κυνηγών θεοποιούσαν τα άγρια ζώα. Στην παραδοσιακή αγροτική ζωή, τα παιδιά έπαιζαν με το γουρούνι που εκτρέφανε οι γονείς τους και γιόρταζαν το θάνατό του. Μια ανέκδοτη ταινία που απεικονίζει αυτόν το συνδυασμό θανάτου και χαράς θα ανατρίχιαζε τους τηλεθεατές πολύ περισσότερο από το θέαμα των χιλιάδων λιμοκτονούντων Αφρικανών. Καμιά κοινωνία, εκτός από τη δική μας, δεν έφτασε σε τέτοιο σημείο το συνδυασμό μαζικής σφαγής και υποκρισίας. Μεταχειριζόμαστε τα ζώα σαν ανθρώπους, όχι το αντίστροφο, αλλά πολύ χειρότερα. Ένας απαισιόδοξος θα πει ότι τίποτα δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό. Ένας χορτοφάγος θα προσπαθήσει και θα προωθήσει τον ερχομό ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι δεν εκτρέφουν, δε χρησιμοποιούν και δεν τρώνε ζώα. Και οι δύο, όμως, ξεχνούν την αντίθεση που και τα ζώα, επίσης, αγνοούν (η γάτα δεν αναρωτιέται αν είναι σωστό ή λάθος να σκοτώσει το ποντίκι). Σε αντίθεση με τις απαισιόδοξες ή κυνικές συστάσεις, δε μπορούμε να αγνοήσουμε τη μοίρα των ζώων. Σε αντίθεση με τις ευχές των χορτοφάγων, δε μπορούμε να φερόμαστε στα ζώα όπως στο συνάνθρωπό μας: μπορούμε μόνο να προσποιούμαστε ότι το κάνουμε. Και δε μπορούμε να το ξεχάσουμε. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο διαφορετικό από τα άλλα και αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζει και να υπομένει. Η ανθρώπινη ύπαρξη βασίζεται σε τέτοιες αντιθέσεις. Το να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας ως μελλοντικά πτώματα μπορεί εύκολα να μειώσει τη δίψα μας για ζωή. Το να συλλογιζόμαστε πάνω στην άνοδο και την πτώση των πολιτισμών μπορεί να αναστατώσει τις μεγάλες ιστορικές μας προσδοκίες. Ο κομμουνισμός θα αλλάξει τη σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους αλλά και με οτιδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένων και των ζώων, και επομένως τους όρους, όχι την ύπαρξη της αντίφασης. Το 3000 η ανθρωπότητα θα αριθμεί 5.000.000 πληθυσμό που όλοι τους θα είναι vegan. Ίσως...όμως μια και μόνη δίαιτα μοιάζει τόσο πιθανή όσο μία και μόνη στάση στον έρωτα και ένα είδος κατοικίας στη στέγαση. Ωστόσο, τέλος πάντων, γιατί όχι! Το πρόβλημα είναι πως κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Τα ανθρωπολογικά δεδομένα υποδηλώνουν την απόλυτη ποικιλία και τη μη-προβλεψιμότητα, όσον αφορά τους τρόπους και τα μέσα. Η συμπόνια για τα έμβια όντα, “φυσικά”, επεκτείνεται σ’ όλες τις μορφές ύπαρξης, ακόμα και πέρα από τη “ζωή”. Όλοι έχουμε νιώσει ντροπή και θυμό, όταν κάποιος άγονος λόφος κόβεται στα δύο ή σβήνεται από το χάρτη για να φτιαχτούν αυτοκινητόδρομοι. (Αλλά είναι εκπληκτικό το ότι δε νιώθουμε λύπη για το ίδιο είδος λόφου, όταν μετατρέπεται σε κάτι που θεωρούμε ως ένα ευφάνταστο πάρκο στο οποίο συναντιόμαστε και διασκεδάζουμε.) Από μια συνολική ή συμπαντική οπτική γωνία, μπορούμε να συμπονέσουμε το τριαντάφυλλο που τρέμει, όταν νιώθει πως όπου να’ ναι θα το ξεριζώσουν. Κάποιοι άνθρωποι νιώθουν μια παράξενη έλξη για τα φυτά. Ένας φίλος κάποτε προσπάθησε να “σώσει” ένα μικρό δέντρο από ένα μοτοποδήλατο που είχε πέσει πάνω στα εύθραυστα κλαδιά του. Οι λάτρεις των αγριολούλουδων αισθάνονται πιο πολλή στενοχώρια, όταν βλέπουν κομμένα λουλούδια, παρά όταν ακούνε για ένα σφαγείο. “Δεν είσαι καθόλου ευαίσθητος;” ρωτάνε. Μια συχνή απάντηση είναι: “Τα φυτά δεν έχουν νευρικό σύστημα.” Εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα: που τραβάμε τη διαχωριστική γραμμή; Με ποιο κριτήριο; Για ένα λάτρη των φυτών, είναι το φυτό σιωπηλό ή αθώο, όχι το αρνί που το τρώει. Πρέπει να τον αποκαλέσουμε ανώμαλο;! Η φρίκη των σφαγείων διαιρεί τα όντα σε ζώα και φυτά. Τι γίνεται, όμως, με τους Αφρικανούς που κάνουν τα μυρμήγκια και τους τερμίτες γεύμα; Το πιο πιθανό, χίλιες νέες κατηγοριοποιήσεις θα άνθιζαν στον κομμουνισμό. Όπως το “Για Ένα Κόσμο Χωρίς Ηθική Τάξη” προσπάθησε να εξηγήσει, αυτό δε σημαίνει πως το να περάσεις τη διαχωριστική γραμμή θα είναι εύκολο και απλό. Αν τα πάντα ήταν πιθανά και ανώδυνα οποιαδήποτε στιγμή, το μόνο που θα το αποδείκνυε αυτό είναι πως όλα θα είχαν γίνει τα ίδια, αδιαφοροποίητα, ουδέτερα. Αν δε ρισκάρεις κάτι, δε μπορείς να κερδίσεις και τίποτα. Ποιος θα’ θελε να ζει σε μια κοιμισμένη πολιτεία, όπου η ανταμοιβή για το να μην κάνεις τίποτα, είναι το να μην πληγώνεσαι ποτέ; Ποιος θα’ θελε να ζει σ’ έναν κόσμο που θα είναι βγαλμένος από τις διαφημίσεις της τηλεόρασης; Αυτά που σου αρέσουν προϋποθέτουν αυτά που δε σου αρέσουν και οι προτιμήσεις μας συμβαδίζουν μ’ αυτά που μας αηδιάζουν. Μια μεγάλη διαφορά μεταξύ του κομμουνισμού και των καιρών μας, ωστόσο, είναι πως οι άνθρωποι δε θα προσποιούνται ότι οι κανόνες, οι συνήθειες και οι δίαιτές τους είναι παγκόσμιες σε χρόνο ή τόπο. Η πανάρχαια συζήτηση μεταξύ κρεοφαγίας και χορτοφαγίας συνεισφέρει περισσότερο στην κατανόηση της “ανθρώπινης φύσης” παρά στο να μας μάθει τι να τρώμε. Δεν υπάρχει “καλή” ή φυσική διατροφή (η πολλή βότκα και τα πολλά chips βλάπτουν, όμως). Ο κομμουνισμός συμφιλιώνει τους άντρες μεταξύ τους, τον άντρα με τη γυναίκα, τον ενήλικο με το παιδί, τον άντρα με τον εαυτό του, τα ανθρώπινα με τα μη ανθρώπινα ζώα, τους ανθρώπους με την υπόλοιπη φύση...αλλά όχι εννοώντας πως βάζει τέλος στις συγκρούσεις. Είναι αδύνατο να προβλέψουμε με ποια μορφή θα παραμείνει η βία σ’ έναν κομμουνιστικό κόσμο. Αυτό που ξέρουμε είναι πως οι άνθρωποι δε θεωρούν ούτε αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους σαν ζώα προς εξημέρωση, αλλά ούτε σαν πιθανούς αγγέλους. Δεν έχουν έμφυτο συναίσθημα ενοχής, αλλά ούτε είναι αθώοι. Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τα ζώα με τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουν εδώ και χιλιετίες. Αλλά οι άντρες και οι γυναίκες δε θα πράττουν ενάντια στον εαυτό τους και για χάρη των ζώων, λόγω της ευσπλαχνίας. Οι άνθρωποι δε θα θυσιάσουν τα διατροφικά τους γούστα, δε θα κόψουν το κρέας παρ’ όλο που τους αρέσει, επειδή θέλουν να βάλουν τέλος στο βασανισμό των ζώων. Θα τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στον κόσμο των ζώων τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τα ζώα, επειδή η γενική συμπεριφορά τους απέναντι στο σύμπαν θα αλλάξει. Παρόμοια, οι άνθρωποι δε θα σταματήσουν να δουλεύουν στη γραμμή συναρμολόγησης της Volkswagen επειδή, παρ’ όλο που μπορεί να τους αρέσουν τα αυτοκίνητα, θα δώσουν προτεραιότητα στην οικολογία, σε αντίθεση με τις προσωπικές τους προτιμήσεις. Θα σταματήσουν, επειδή θα έχουν ανακαλύψει μια καινούρια ζωή και επομένως νέα μέσα μεταφοράς. Ένα άλλο παράδειγμα είναι πως αν ο βιασμός είναι απίθανο να συμβεί, δε θα συμβαίνει επειδή οι άντρες θα απέχουν απ’ αυτόν για το κοινό καλό ή επειδή θα αποφασίσουν να μην προκαλούν πόνο στις γυναίκες, αλλά γιατί δε θα αισθάνονται την ανάγκη να τον διαπράξουν. Ζούμε ανάμεσα σε δυο όνειρα ή εφιάλτες. Ο τεχνολογικός μύθος του “Όλα είναι πιθανά” από τη μία, τον οποίο οι “φυσικές καταστροφές”, φρικτές καθώς είναι, διαλύουν ευτυχώς από καιρού εις καιρόν. Και ο μύθος της Μάνας Φύσης απ’ την άλλη, συνήθως πιο εύπεπτος αλλά συχνά το ίδιο παράλογος: δεν υπάρχει επιστροφή (σε πιο σημείο;). Η φύση δεν είναι μη βίαιη. Ούτε η ανθρωπότητα. Καμιά ζωή δε θα ήταν τόσο γλυκιά, ώστε να εξαλείψει οποιαδήποτε πιθανότητα επιθετικότητας. Δεν μπορούμε να πούμε τίποτα παραπάνω για τη βία προς τα ζώα σ’ ένα μελλοντικό κόσμο, απ’ ό,τι για τη βία ανάμεσα στους ανθρώπους. Χωρίς αμφιβολία, η εξέλιξη της δεύτερης θα επηρεάσει την πρώτη: μια κοινωνία στην οποία οι άντρες και οι γυναίκες δε θα φυλακίζουν τους εαυτούς τους σε κελιά, δε θα φυλακίζει πια και άλλα όντα, όπως έκανε στο παρελθόν. Μπορούμε να πούμε κάτι περισσότερο; Όλα θα ανατρέπονται, από το να ζεις μέσα σε σπίτι, μέχρι το να διαβάζεις ένα βιβλίο. Ομοίως, μάλλον υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στα σπίτια και στα βιβλία, κάτι που θα διατηρούνταν και θα εκπληρωνόταν, πιθανόν χωρίς τις μορφές του “σπιτιού” και του “βιβλίου” τις οποίες έχουμε συνηθίσει. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως ένας άλλος τρόπος ζωής, που τώρα ονομάζουμε κομμουνισμό, δε θα χρειάζεται πολλές από τις φρίκες του παρόντος και του παρελθόντος, γιατί οι άνθρωποι δε θα θέλουν ή δε θα έχουν την ανάγκη να τις διαπράξουν. Ας μη ζητάμε άλλες εγγυήσεις: δε θα υπάρξουν και δε θα μπορούσαν να υπάρξουν. Υ.Γ.: Υπάρχουν και κάποια άλλα σημεία με τα οποία θα θέλαμε να είχαμε ασχοληθεί. Ένα είναι ο αγγλο/αγγλοσαξωνικο-κεντρισμός που παρουσιάζει το “Beasts Of Burden”. Για παράδειγμα, στην Αγγλία το κυνήγι είναι προνόμιο της άρχουσας τάξης. Στη Γαλλία είναι μια (μπουρζουάδικη) επαναστατική κατάκτηση: μετά το 1789 οι αγρότες απέκτησαν το δικαίωμα να κυνηγούν, το οποίο μέχρι τότε το είχαν μόνο οι αριστοκράτες. Το ελιτίστικο γεγονός του κυνηγιού είναι ιστορικό, π.χ. σχετικό. Μόνο το 2ο αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες απέκτησαν τη συνήθεια να κυνηγούν για διασκέδαση και για κύρος, κατά ένα μέρος μιμούμενοι τους βασιλιάδες της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, μια παρακμάζουσα, αγροτική, ιεραρχική Αγγλία υποστηρίζει το κυνήγι σε μια χαμένη μάχη ενάντια στους μοντέρνους μισθωτούς που ονειρεύονται μια εφησυχασμένη, εξισωμένη κοινωνία. Ένα άλλο σημείο που δε συμπεριλάβαμε είναι η πίστη μας πως η Απελευθέρωση των Ζώων είναι θετική, όταν και εφόσον είναι παράνομη και συγκρούεται με τους μπάτσους. Αλλά πολλές απεργίες, διαδηλώσεις και ταραχές καθοδηγούμενες από αριστεριστές, μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος ή αντιδραστικά σωματεία έχουν συγκρουστεί με τους μπάτσους, πολλές φορές φτάνοντας ακόμα και στο σημείο του ένοπλου αγώνα και δεν κατέληξαν σε τίποτα άλλο παρά ένα βίαιο συντηρητισμό.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (1) πριμιτιβισμός: Η θεωρητική τάση η οποία επικεντρώνει την κριτική της στο ζήτημα του πολιτισμού και της τεχνολογίας, εστιάζοντας, παράλληλα, στα θετικά της κοινωνικής οργάνωσης των πρωτόγονων κοινωνιών. Κυριότεροι εκφραστές της είναι ο John Zerzan, ο Fredy Perlman και άλλοι. (2) Αναφέρεται στον τύπο του ανθρώπου που παρουσιάζεται στο ομώνυμο βιβλίο του beatnik συγγραφέα Jack Kerouac.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ “ΓΡΑΜΜΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΖΩΩΝ”
Το «Beasts of Burden» γράφτηκε ως ένα κείμενο πολεμικής, με σκοπό να προκαλέσει συζήτηση, γι’ αυτό ευχαριστηθήκαμε, όταν διαβάσαμε την απάντησή σας. Ωστόσο, μας φάνηκε δύσκολο να απαντήσουμε στην κριτική σας για τη μπροσούρα μας. Μέρος της κριτικής σας το δεχόμαστε απόλυτα. Γνωρίζουμε πως η προσπάθειά μας αντικατοπτρίζει τις εμπειρίες μας στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι που της δίνει έναν, οπωσδήποτε, αγγλο-κεντρικό χαρακτήρα, ένα σημείο που παρατήρησε και κάποιος που μας έστειλε γράμμα από τις Η.Π.Α., όπου το κυνήγι από άτομα της εργατικής τάξης είναι πιο συχνό. Αλλά μας φαίνεται δύσκολο, κάποιες φορές, να διακρίνουμε ποια σχόλιά σας είναι γενικές παρατηρήσεις πάνω στο ζήτημα των ζώων και ποια προορίζονται για συγκεκριμένες επικρίσεις αυτών που έχουμε γράψει. Για παράδειγμα, αναφέρετε πως είναι απίθανο σε μια κομμουνιστική κοινωνία να είναι όλοι vegan. Η μπροσούρα μας λέει ουσιαστικά το ίδιο πράγμα: «Ο κομμουνισμός δεν είναι η εφαρμογή μιας ομοιόμορφης κοινωνίας και δε θα υπήρχε κράτος ή άλλος παρόμοιος μηχανισμός να επιβάλλει, ας πούμε, το vegan-ισμό ακόμη και αν πολλοί άνθρωποι το θεωρούσαν επιθυμητό. Το ζήτημα της συμβίωσης με τα ζώα θα μπορούσε να επιλυθεί με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά μέρη και χρονικές περιόδους.” Συγχωρείστε μας, λοιπόν, αν κάποιες φορές επαναλαμβάνουμε κάποια απ’ αυτά που λέγαμε στη μπροσούρα, σε μια προσπάθεια να σιγουρευτούμε πως έχουμε γίνει κατανοητοί. Κάποια πράγματα που αναφέρετε εμπλουτίζουν και βαθαίνουν την ανάλυσή μας. Για παράδειγμα, συμφωνούμε μ’ αυτό που αναφέρατε, πως δεν μπορούμε δηλαδή να κατανοήσουμε τα McDonald’s, χωρίς να έχουμε εξετάσει τις ευρύτερες συνθήκες του fast food, της μειωμένης ανθρώπινης επαφής και της ταχύτητας γενικά. Οι παρατηρήσεις σας πάνω στη φύση των ειδών -“δε γίνεται να ορίσουμε την ‘ανθρωπινότητα’ ”- είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Συμφωνούμε πως δεν υπάρχει λάθος στροφή στην ιστορία. Επιπροσθέτως, πιστεύουμε πως η ιστορία δεν έχει κάποιο σκοπό. Η ιστορία είναι η δραστηριότητα της πολιτισμένης ανθρωπότητας διαμέσου του χρόνου. Δημιουργούμε τη δική μας ιστορία, αλλά όχι σε συνθήκες της επιλογής μας (ένα όχι πρωτότυπο σημείο, αλλά θα επανέλθουμε σ’ αυτό). Δεν ξέρουμε αν θα γίνει μια κομμουνιστική επανάσταση. Ωστόσο, πιστεύουμε πως είναι πιθανή και πως μια τέτοια επανάσταση θα είναι κατά μέρος η συνειδητή πράξη των κομμουνιστών, της τάξης και της ανθρωπότητας και όχι απλώς μια τυφλή έκφραση των αναγκών. Δεν είμαστε πριμιτιβιστές, αλλά η κριτική σας σ’ αυτούς, πως απορρίπτουν δηλαδή την επιστήμη της ιστορίας για χάρη της ανθρωπολογίας, είναι τόσο ανακριβής όσο και εκτός νοήματος. Οι πριμιτιβιστές δεν απορρίπτουν τη μελέτη της ιστορίας (τα γραπτά του Perlman και του Zerzan είναι γεμάτα ιστορική γνώση), αλλά έχουν την αρετή να προσπαθούν να πάρουν ό,τι είναι χρήσιμο από την ανθρωπολογία. Δυστυχώς, οι περισσότεροι μαρξικοί κομμουνιστές δεν κάνουν τίποτα περισσότερο απ’ το να επαναλαμβάνουν τον Engels. Αν ο Marx και ο Engels είχαν ζήσει άλλα εκατό χρόνια, είναι πιθανό να είχαν βρει χρόνο να εκτιμήσουν τις νέες πληροφορίες και αναλύσεις που εμφανίστηκαν σ’ αυτό το πεδίο, μετά τη δεκαετία του 1880. Τα τελευταία του χρόνια ο Marx τα πέρασε, μελετώντας, ακριβώς, εθνογραφικά γραπτά. Αν υπάρχει μια κοινή και κρίσιμη αδυναμία στον Camatte, τον Perlman και τον Zerzan είναι η απόρριψη της επαναστατικής ιδιαιτερότητας του προλεταριάτου. Ο Camatte απορρίπτει το προλεταριάτο ανοιχτά. Ο Perlman και ο Zerzan βλέπουν μόνο πως το προλεταριάτο καταπιέζεται, όπως όλες οι άλλες υπήκοες τάξεις στην ιστορία, οι σκλάβοι, οι δουλοπάροικοι, οι είλωτες... Για τον Perlman είμαστε όλοι “zeks”. Ωραία, μπορούμε να εμπνευστούμε από το Σπάρτακο, αλλά δεν είμαστε σκλάβοι. Είναι η αποτυχία του πριμιτιβισμού να αναγνωρίσει τι είναι επαναστατικό στο προλεταριάτο και ο καπιταλισμός, αυτά που επιτρέπουν στους αναρχοπριμιτιβιστές να θεωρούν την επανάσταση πιθανή οποιαδήποτε ώρα, αρκεί να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από τα χέρια του Leviathan (1). Είναι αυτή η αποτυχία που οδηγεί στην α-ιστορικότητα τους (με την μαρξική, όχι την ακαδημαϊκή έννοια). Ο κομμουνισμός περιλαμβάνει την κατάργηση όλων των τάξεων, αλλά αυτό δεν είναι το σημείο απ’ όπου ξεκινά. Ο κομμουνισμός αναμφισβήτητα αναπτύσσεται μέσω της ταξικής πάλης, αλλά όχι αποκλειστικά μέσω αυτής. Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως ο κομμουνισμός δεν μπορούσε να επιτευχθεί στο παρελθόν, αλλά οι συνθήκες στις οποίες είναι πιθανός σήμερα είναι αρκετά διαφορετικές από τις προηγούμενες περιόδους, με το προλεταριάτο ως μια παγκόσμια τάξη, διακεκριμένη από τις προηγούμενες υποτελείς τάξεις. Ο πριμιτιβισμός, απ’ την άλλη, παραδέχεται πως ο κομμουνισμός είναι πραγματικά πιθανός μόνο με βάση μια (αδύνατη) επιστροφή σε κάποιο προηγούμενο σημείο της ιστορίας και την αντίστοιχη τεχνολογία του. Αυτό που ισχυριζόμαστε είναι πως το ζήτημα των ζώων έχει σε μεγάλο μέρος απορριφθεί από το αυτο-προσδιορισμένο κομμουνιστικό κίνημα, ή το λιγότερο, έχει παραμεληθεί. (Ίσως, όμως, αυτή είναι μια αγγλο-κεντρική άποψη; Η άμεση αποδοχή σας πως υπάρχει το ζήτημα των ζώων και πως μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που να είναι και κομμουνιστές και vegan, δεν είναι θέσεις που ήταν γενικά αποδεκτές μεταξύ των κομμουνιστών εδώ, πριν ξεκινήσουμε το «Beasts of Burden») Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι πρακτικές και θεωρητικές συνέπειες αυτού του ζητήματος να έχουν αναπτυχθεί ανεξάρτητα, μέσω του κινήματος για την απελευθέρωση των ζώων, για παράδειγμα. Θέλουμε να δούμε το ζήτημα αυτό επανενσωματωμένο στο αυτο-προσδιορισμένο κομμουνιστικό κίνημα κι αυτό σημαίνει πως θα θέλαμε να δούμε το πρώτο να είναι μια καλύτερη έκφραση του κομμουνισμού, του πραγματικού κοινωνικού κινήματος. Βλέπουμε το «Beasts of Burden», όπως και την απάντησή σας, καθώς και τις απαντήσεις άλλων, ως μέρος αυτής της επανενσωμάτωσης. Αυτό που δε λέμε είναι πως η καταπίεση των ζώων είναι το προπατορικό αμάρτημα, πως είναι η αιτία ή ο καταλύτης όλων των κοινωνικών προβλημάτων, πως όλοι πρέπει να γίνουν vegan, πως ο κομμουνισμός κυρίως αφορά την ελαχιστοποίηση της κακομεταχείρισης, πως η γραμμή συναρμολόγησης είναι κακή γιατί πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη συσκευασία κρέατος... Υποστηρίζουμε πως το ζήτημα των ζώων είναι μέρος της ολότητας, στην οποία ο κομμουνισμός αναφέρεται. Δείχνουμε πώς, ξανά και ξανά, μέθοδοι καταπίεσης των ζώων εφαρμόστηκαν αργότερα σε ανθρώπους. Δείχνουμε πως, ακόμα και χωρίς να αναφέρεται συνειδητά στο ζήτημα των ζώων, ένα κίνημα που καταργεί το εργοστασιακό σύστημα, την επιστημονική πρόοδο, την αξιοποίηση, το θέαμα, απελευθερώνει μερικώς και τα ζώα. Θεωρούμε πως αυτό δεν είναι σύμπτωση και προσπαθούμε να κάνουμε αυτή την απελευθέρωση συνειδητή. Πιστεύουμε πως είναι μέσα στα υλικά συμφέροντα του ανθρώπινου είδους να αλλάξει ριζικά τη σχέση του με τα ζώα. Το λέμε αυτό, γιατί σπάνια έχει ειπωθεί από κομμουνιστές, όχι γιατί δεν πιστεύουμε πως οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπινων όντων, ανδρών και γυναικών, ανθρώπινου είδους και φυσικού κόσμου, κ.λπ. δεν πρέπει ομοίως να αλλαχτούν ριζικά. Δε νομίζουμε πως ισχυριζόμαστε ότι όλα γίνονται χειρότερα “για τις μάζες”, από υλικής άποψης. Από την άλλη, δε νομίζουμε πως τα πράγματα γίνονται και καλύτερα. Το Κεφάλαιο είναι ένα δυναμικό σύστημα, η ευημερία και η πτώχευση, η πρόοδος και η παρακμή, συνυπάρχουν ή ακολουθούν η μία την άλλη. Μια έμφαση μόνο στον πλούτο αυτής της κοινωνίας, μόνο σε έναν υποτιθέμενο, φυσιολογικό (δυτικοευρωπαϊκό μετά το 1945) καπιταλισμό, σίγουρα μπερδεύει το μέρος με το όλο. Οι καταστασιακοί μπορεί να έχουν πει πως στον πλούτο αυτής της κοινωνίας είναι που πρέπει να ασκηθεί κριτική, αλλά είναι η έμφασή τους στην ολότητα που μοιάζει πιο εποικοδομητική. Η μπροσούρα μας, ωστόσο, δεν ασχολείται από μόνη της με την ολότητα, ασχολείται με αυτά που δεν έχουν απασχολήσει τους κομμουνιστές ως τώρα, κάτι που τόσο οι “κομμουνιστές” όσο και όσοι ασχολούνται με την “απελευθέρωση των ζώων” έχουν παρατηρήσει και μας έχουν πει. Φυτά και ζώα Αναφέρετε ένα φίλο που προσπάθησε να “σώσει” ένα δέντρο και μιλάτε για τους λάτρεις των αγριολούλουδων ή τους λάτρεις των λαχανικών. (Δεν είμαστε “λάτρεις των ζώων”, αλλά συγκαταβατικοί στην απελευθέρωσή τους, όπως ακριβώς δεν είμαστε “λάτρεις των νέγρων”, αλλά συγκαταβατικοί στους αγώνες των μη λευκών προλεταρίων.) Αυτές οι μεμονωμένες, πραγματικές ή φανταστικές καταστάσεις, αναφέρονται στην αντίδραση κάποιου ατόμου σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε πολλές καταστάσεις, όπου δέντρα έχουν τύχει υπεράσπισης ως μέρος ενός συλλογικού αγώνα, ειδικά στο κίνημα ενάντια στους δρόμους στη Βρετανία και στο κίνημα ενάντια στην υλοτομία στις Η.Π.Α. και την Αυστραλία. Το κίνημα ενάντια στους δρόμους έχει συνδεθεί με απεργούς εργάτες, έχει συγκρουστεί με την αστυνομία, έχει οργανώσει συλλογικές καταλήψεις και πολιτικές συναντήσεις και τώρα αυτο-αποκαλείται ‘αντι-καπιταλιστικό’ (αντί να είναι συγκεκριμένα ενάντια στους δρόμους ή απλά περιβαλλοντικό). Θεωρούμε τη μετατροπή αυτού του επικεντρωμένου σε ένα θέμα αγώνα σε ένα συνειδητό επαναστατικό αντι-καπιταλιστικό κίνημα (όχι χωρίς περιορισμούς!) μια θετική εξέλιξη. Δεν παραβλέπουμε το ζήτημα της υπεράσπισης των δέντρων το οποίο εμφανίζει, αλλά το θεωρούμε μέρος της βάσης για τη ριζοσπαστική εναντίωση του κινήματος σ’ αυτή την κοινωνία και για την επαναπροσέγγιση της φύσης. Αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός ατόμου που πράττει σύμφωνα με το δικό του/της συναίσθημα και των πράξεων μιας συλλογικότητας σε σύγκρουση με το Κεφάλαιο και το κράτος. Αγγλο-κεντρισμός Αυτό που αναφέρατε, πως δηλαδή για κυνήγι πηγαίνει κυρίως η άρχουσα τάξη στην Αγγλία, αλλά όχι στη Γαλλία, είναι σωστό και αυτή ήταν μια ξεκάθαρη αδυναμία του κειμένου. Σ’ αυτή την αδυναμία ελπίζουμε να αναφερθούμε στην εισαγωγή της αμερικανικής έκδοσης. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός για μια “παρακμάζουσα, αγροτική, ιεραρχική Αγγλία, που υποστηρίζει το κυνήγι ως μια χαμένη μάχη εναντίον των μοντέρνων μισθωτών” δεν παίρνει υπ’ όψη του το γεγονός πως πολλοί κυνηγοί σήμερα ανήκουν στη μεσοαστική και μεγαλοαστική τάξη. Το κυνήγι στην Αγγλία, όπως είχαμε πει, λειτουργεί, ακόμα, ως βοηθητικό μέσο για να συναναστραφούν οι νέοι δικηγόροι με τη σημερινή άρχουσα τάξη. Μια επίκριση που στη Βρετανία απευθύνεται συχνά στους vegan, στους απελευθερωτές των ζώων, ή όπως αλλιώς λέγονται, είναι πως αυτή η οπτική γωνία είναι μια αντίδραση στη μοντέρνα ή αστική ζωή, μια απόπειρα να επιστρέψουν στη φύση και μάλιστα βασισμένη στην άγνοια της αγροτικής ζωής και εντελώς άσχετη με τη ζωή στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα στον «Τρίτο Κόσμο». Μια παρατήρηση είναι πως η δύναμη του συναισθήματος για τα ζώα είναι αξιοσημείωτη στην Αγγλία, συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τη Γαλλία, την Ισπανία, τις Η.Π.Α. Γιατί αυτό; Είναι, απλά, ένα εθνικό χαρακτηριστικό; Πρόκειται για ένα «έθνος που λατρεύει τα ζώα», όπως είναι η κοινότοπη έκφραση; Τι συγκεκριμένο παρουσιάζει η αγγλική κοινωνία σε σχέση με τα ζώα και με τη φύση γενικά; Στην Αγγλία, «την πρώτη καπιταλιστική κοινωνία», η αγροτική επανάσταση ολοκληρώθηκε ουσιαστικά στα μέσα του 17ου αιώνα και κανείς δεν μιλάει για «άγγλους αγρότες», όταν αναφέρεται στον 20ο ή τον 19ο ή τον 18ο αιώνα. Δε συμβαίνει το ίδιο με την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία κι ακόμα λιγότερο με την Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία. Η ιστορική σχέση μεταξύ ανθρώπων και ζώων είναι, επομένως, διαφορετική στην Αγγλία απ’ ό,τι αλλού. Η θέση της Βρετανίας ως ένα μικρό, αραιοκατοικημένο, σήμερα, νησί, δείχνει πως οποιαδήποτε ουσιαστική άγρια φύση έχει εξαφανιστεί εδώ και αιώνες. Στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στην Αυστραλία μπορεί να μην υπάρχει μικροκαλλιέργεια στη σύγχρονη ιστορία, αλλά ακόμη υπάρχει μια μεγάλη έκταση άγριας φύσης, η οποία ήταν σημαντική κοινωνικά, τουλάχιστον κατά τον τελευταίο αιώνα και συμβολικά είναι ακόμα σημαντική. Η Αγγλία ξεχωρίζει ως η χώρα όπου η φύση είναι η πιο κεφαλαιοποιημένη, όπου οι άνθρωποι, γενικά, έχουν τη λιγότερη άμεση επαφή με τα ζώα, τα οποία δεν είναι κατοικίδια. Ίσως μπορούμε να πούμε κάτι περισσότερο για αυτήν τη διασταύρωση των πιο ανεπτυγμένων καπιταλιστικών σχέσεων με τη φύση, με μια μεγάλη και αυξανόμενη τάση προς τη χορτοφαγία, προς την υποστήριξη της απελευθέρωσης των ζώων και προς μια γενικευμένη επιθυμία να απαλλαχθούν από τη θέα και τη μυρωδιά του σφαγμένου κρέατος; Η ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας περιλαμβάνει τη δημιουργία νέων αναγκών. Παρ’ όλο που υπήρχαν τάσεις προς τη χορτοφαγία και την απελευθέρωση των ζώων ανά την ιστορία, στις πιο ανεπτυγμένες χώρες βλέπουμε να εμφανίζονται τώρα ευρέως διαδεδομένες (αντιφατικές!) συμπεριφορές, που δε θα μπορούσαν να υπάρξουν σε προηγούμενο στάδιο της κοινωνίας και που σίγουρα δεν είναι αποτέλεσμα της διαφήμισης. Η καινούρια επιθυμία για μια επαναπροσέγγιση της φύσης δεν ασχολείται με την επιστροφή στο παρελθόν, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας δεδομένης ανάπτυξης της κοινωνίας. Έχοντας αναφέρει παραπάνω αυτό, νιώθουμε υποχρεωμένοι να προσθέσουμε πως δεν πιστεύουμε ότι οι άλλες χώρες προορίζονται να υποστούν πανομοιότυπους μετασχηματισμούς, ούτε απαιτούμε οι άλλες περιοχές να παρουσιάσουν παρόμοια ανάπτυξη της γεωργίας κ.λπ. Αυτό που λέμε, είναι πως έχει λάβει χώρα μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη, όσον αφορά το πως αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με τα ζώα και πως ο κομμουνισμός πρέπει να αναφερθεί σ’ αυτήν την αντίληψη, όπως αναφέρεται και στην κατάσταση της σημερινής Ινδονησίας, ας πούμε, ή στο παρελθόν της Αγγλίας. Εξημέρωση Δεν είχαμε την πρόθεση η μπροσούρα μας να είναι η τελευταία λέξη πάνω στο ζήτημα των ζώων. “Αυτό το κείμενο δεν υποστηρίζει πως έχει όλες τις απαντήσεις ή πως είναι το ‘κομμουνιστικό μανιφέστο’ για τα ζώα...”. Αυτή δεν είναι μία ψευδής ταπεινότητα, αλλά φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο η μπροσούρα είναι “ανοιχτή και προς τις δυο πλευρές” και στην ίδια της τη δομή. Αφήνουμε τα πράγματα ανοιχτά, όταν μιλάμε για το παρελθόν και ιδιαίτερα για το μέλλον. Ειδικότερα, για το ζήτημα της γεωργίας προτείνουμε δύο ασυμβίβαστες μεταξύ τους θεωρίες για τη σχέση ανάμεσα στη γεωργία και τον πολιτισμό. Η μία είναι πως η γεωργία προκάλεσε τον πολιτισμό και η δεύτερη πως ο πολιτισμός προηγήθηκε της γεωργίας. Αυτό που εμείς δηλώνουμε με ακρίβεια είναι πως “θα πρέπει να αποφύγουμε να αποδώσουμε στη γεωργία το ρόλο του ‘προπατορικού αμαρτήματος’, της μοναδικής αιτίας των δυστυχιών της ανθρωπότητας και της έξωσής μας από κάποια πρωτόγονη κομμουνιστική Εδέμ. Η ανάπτυξη κρατών και τάξεων ήταν μια αντιφατική, πολύπλοκη και διαφιλονικούμενη διαδικασία, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια πολλών χιλιετιών. Παρ’ όλο που η εξημέρωση των φυτών και των ζώων ήταν ένα σημαντικό τμήμα της ιστορίας, δε θέλουμε να δηλώσουμε πως ήταν ολόκληρη η ιστορία.” Ωστόσο, κάποιες απαντήσεις στο κείμενό μας, από διαφορετικά άτομα, θεωρούν τα σχόλιά μας ως μια όντως χοντροκομμένη δήλωση πάνω στο τι ακριβώς συνέβη 40 ή 250 χιλιετίες πριν. Φαίνεται πως θα έπρεπε να ήμαστε ακόμη περισσότερο, εσκεμμένα, αόριστοι απ’ όσο ήδη ήμαστε! Σε περίπτωση, η οποία προς το παρόν, δε μοιάζει πιθανή, που βγάλουμε μια αναθεωρημένη έκδοση, τότε σίγουρα θα ξαναδουλέψουμε αυτό το τμήμα. Φαίνεται προφανές σε μας πως υπήρξε μια εντατικοποίηση στην εξημέρωση, την εκμετάλλευση κ.λπ., των ζώων, που εμφανίστηκε συγχρόνως με την μεταπήδηση της κοινωνίας από τον πρωτόγονο κομμουνισμό στον πολιτισμό (με τους δύο αυτούς να επηρεάζουν δυναμικά ο ένας τον άλλο κι όχι ο ένας να προηγείται του άλλου). Λέτε πως θα μπορούσαμε να είχαμε διαλέξει οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός και να είχαμε πλάσει ολόκληρη την ιστορία γύρω απ’ αυτό, για παράδειγμα τον πόλεμο (στην πραγματικότητα ο Perlman το κάνει σε ένα βαθμό αυτό). Επίσης, παρατηρείτε ότι μερικοί υποστηρίζουν πως η κρεοφαγία ήταν η απαρχή της ανθρώπινης κουλτούρας. Αυτό είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι και ότι μερικοί υποστηρίζουν πως ο πόλεμος είχε θετικό αποτέλεσμα, όσον αφορά την ανάπτυξη της κοινωνίας (ο ίδιος ο Hegel το έχει κάνει αυτό). Κάποιος θα μπορούσε, επίσης, να παρατηρήσει πως ο πόλεμος έχει δημιουργήσει και τις συνθήκες για την επανάσταση. Το αντεπιχείρημά μας σε τέτοια επιχειρήματα θα ήταν πως, απλά, δεν υποστηρίζουμε την πρόοδο και, ακόμη, πως θεωρούμε τα κινήματα ενάντια στον πόλεμο ως μια έκφραση (τουλάχιστον μερικές φορές) των ανθρώπινων αναγκών και του... κομμουνισμού. Ακόμα κι αν ο πόλεμος, μερικές φορές, καταλήγει σε κοινωνική πρόοδο, μπορούμε να δούμε την αρνητική του επιρροή στην ανθρώπινη κοινωνία και στο κομμουνιστικό δυναμικό των κινημάτων εναντίον του. Παρομοίως, με το ζήτημα των ζώων: ακόμα κι αν η κρεοφαγία βοήθησε με θετικό τρόπο στην ανάπτυξη της κοινωνίας (κάτι το οποίο, φυσικά, είναι συζητήσιμο), μπορούμε να δούμε τις αντικομμουνιστικές τάσεις στην εκμετάλλευση των ζώων και να παρατηρήσουμε επίσης τον κομμουνιστικό πυρήνα στα κινήματα και τις θεωρίες που αντιτίθενται σ’ αυτήν την εκμετάλλευση. Laissez-faire κομμουνισμός Υπάρχει μια τάση σε μερικά από τα σχόλια της απάντησής σας, και σε κάποιο βαθμό στο «Για ένα Κόσμο Χωρίς Ηθική Τάξη», που υποδηλώνει μια μοιρολατρική, ελευθεριακή προσέγγιση της φύσης της κομμουνιστικής κοινωνίας. «...Αν ο βιασμός είναι απίθανο να συμβεί, δε θα είναι επειδή οι άντρες θα απέχουν απ’ αυτόν... αλλά επειδή δε θα νιώθουν την ανάγκη γι’ αυτόν». Αλλά υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που καθορίζουν ποια είναι η κατεύθυνση που η κοινωνία μπορεί να πάρει, εκτός από τις ανάγκες που οι άντρες μπορεί να έχουν. Οι επαναστάσεις, σίγουρα, είναι οι συλλογικές εκφράσεις των αναγκών, αλλά περιλαμβάνουν, επίσης, συνειδητές πράξεις ανθρώπων που προσπαθούν να σπρώξουν την κοινωνία προς μια κατεύθυνση, που φαίνεται τόσο επιθυμητή όσο και απλά πιθανή. Το ζήτημα του βιασμού είναι πιθανό να μην αφεθεί στην τύχη του, αλλά οι άνθρωποι –οι γυναίκες συγκεκριμένα, χωρίς αμφιβολία- είναι πιθανό να οργανωθούν σε σχέση μ’ αυτό. Μέρος αυτής της συνειδητής, συλλογικής οργάνωσης θα είναι η καταστροφή των, συγκεκριμένα, καπιταλιστικών ιδεών/ιδεολογιών για τη θέση και τις επιθυμίες των γυναικών. Μέρος αυτής της οργάνωσης, ίσως, είναι κάποια μορφή πρακτικής άμυνας. Σε κάθε περίπτωση, όποια μορφή κι αν πάρει αυτή η οργάνωση, θα είναι μια συνειδητή και συλλογική παρέμβαση στην κοινωνική ζωή, με σκοπό να επηρεάσει την ανάπτυξη της κοινωνίας. Ένα από τα θετικά της προηγούμενης δουλειάς σας (π.χ. το «Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος» - έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, σ.τ.μ) είναι η αναγνώριση της ύπαρξης του κομμουνισμού ως κίνημα σήμερα. Στο «Beasts of Burden» προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε το βαθμό στον οποίο πτυχές της απελευθέρωσης των ζώων μπορούν να θεωρηθούν εκδηλώσεις ενός τέτοιου κινήματος. Τα σχόλιά σας για τον περιβαλλοντισμό (ως έκφραση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας) και για τους αγώνες ενάντια στην «κακομεταχείριση» (ως αναπόφευκτα ρεφορμιστικούς), υποδηλώνουν πως δε βλέπετε κομμουνιστικές τάσεις στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα, θεωρώντας τα, απλώς, βήματα προς έναν αγνότερο καπιταλισμό. Θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε, λέγοντας πως είναι αντιφατικές τάσεις και πως, για παράδειγμα, μέρη του ριζοσπαστικού περιβαλλοντικού κινήματος υιοθετούν μια ανοιχτά κομμουνιστική οπτική, αντίθετη με οποιαδήποτε μορφή πράσινου καπιταλισμού. Επίσης, πιστεύουμε ότι το κομμουνιστικό κίνημα αναπτύσσεται μέσω ευρύτερων προλεταριακών αγώνων κι όχι ως μια μεταφυσική εξέγερση, η οποία θα τα ανατρέψει όλα. Δεν υπάρχουν μόνο μία ή δύο πιθανές εκδοχές μέλλοντος – «κομμουνισμός ή βαρβαρότητα» – η κοινωνία μπορεί να εξελιχθεί με όλα τα είδη διαφορετικών τρόπων, ακόμα και με αρκετούς διαφορετικούς κομμουνισμούς ως εναλλακτικές πιθανότητες και με μικρή ή μεγάλη πλειονότητα σε μια, εν τέλει, κομμουνιστική κοινωνία. Το ακριβές σχήμα που η κοινωνία θα πάρει, εξαρτάται, εν μέρει (και μόνο εν μέρει), από τις ιδέες και τις πράξεις των ιδρυτών και των μελών αυτής της κοινωνίας. Το «Beasts of Burden» είναι αντι-ουτοπικό, με την έννοια ότι δεν προσπαθούμε να προβλέψουμε πώς μπορούν οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται σε μια μελλοντική κοινωνία. Αλλά στο βαθμό που ο κομμουνισμός θα δημιουργηθεί συνειδητά, τα οράματα που έχουν οι άνθρωποι θα επηρεάσουν την ανάπτυξη της κοινωνίας. Ο κομμουνισμός δε θα λύσει όλες τις συγκρούσεις και τις διαφωνίες μέσα στην κοινωνία. Μπορεί, ακόμη, να διαφωνούμε για την κατάσταση των ζώων, αλλά σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Η κοινότητα (ή οι κοινότητες) θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στις διαφορετικές εναλλακτικές λύσεις.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ (1) Leviathan: Υδρόβιο τέρας για το οποίο γίνεται αναφορά στη Βίβλο, όπου άλλοτε παρουσιάζεται ως κροκόδειλος, άλλοτε ως φάλαινα και άλλοτε ως δράκος. Αποτελεί επίσης τίτλο βιβλίου του φιλόσοφου Thomas Hobbes. Εδώ χρησιμοποιείται για να παρομοιάσει το σύστημα του πολιτισμού με τέρας.